π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου

τέθη τὸ ἐρώτημα:

«Τὸ πρωῒ τοῦ Μ. Σαββάτου ἔχει ἀναστηθεῖ (ἑορτολογικῶς ἐννοεῖται) ὁ Κύριος;»

Ἀπάντησις.

Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ψάλλουμε (τελοῦμε) τὸ πρωῒ τοῦ Μ. Σαββάτου, στὶς ἐνορίες τοὐλάχιστον;

Εἶναι ὁ Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, μετὰ τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου[1].

Τί λέγαμε σὲ πρόσφατο κειμενάκι (κάτι ποὺ εἶναι γνωστὸ βεβαίως στοὺς περισσοτέρους); Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡμέρα δὲν ἀρχίζει μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τελειώνει μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑνάτης ὥρας;

Ἀφοῦ λοιπὸν τελέσαμε τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, σὲ ποιὰ ἑορτὴ ἔχουμε ἤδη εἰσέλθει; Τί ἑορτάζουμε; Πάσχα δὲν ἑορτάζουμε; Συνεπῶς;

Συνεπῶς, τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας ἑορτάζουμε!


Μὲ λίγη προσοχὴ θὰ διαπιστώσουμε ὅτι κατὰ τὴν πανεύσημο ἐκείνη ἡμέρα·

  • Ψάλλουμε ἀναστάσιμα στιχηρὰ ἰδιόμελα (τοῦ α΄ ἤχου, διότι ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἀρχή: Πάσχα ἀρχὴ καὶ ἀνακαίνησις τῶν πάντων).
  • Οἱ πρῶτοι στίχοι τῆς ἁγίας Γραφῆς ἀποτελοῦν περιεχόμενο τοῦ πρώτου ἀναγνώσματος: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν…» (Γεν. α΄ 1-13). Ὁ τρίτος στίχος ἀναφέρεται στὴν δημιουργία τοῦ φωτός: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Τότε (κατὰ τὴν δημιουργία) εἴχαμε τὴν γένεση τοῦ φωτός. Τώρα (κατὰ τὴν ἀναδημιουργία) ἔχουμε τὴν ἔλευση τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως.
  • Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου: «ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν»[2]· «εἰδότες ὅτι ὁ Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν»[3].
  • Εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἀντὶ τοῦ Ἀλληλούϊα ψάλλουμε: «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν»[4].
  • Τί χρείαν ὅμως ἔχουμε ἄλλων μαρτυριῶν; Τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς ὁμιλεῖ περὶ τῆς Ἀναστάσεως. Τί εἶπε ὁ ἄγγελος «ταῖς γυναιξίν»; «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν»[5]· «εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν»[6]. Καὶ καθὼς ἔτρεχαν γεμάτες φόβο, ἀλλὰ καὶ χαρὰ μεγάλη ἐκεῖνες «ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Χαίρετε». Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ διαβάζουμε στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας (Ματθ. κη΄ 1-20).
  • Ἐπίσης, ὁ ἱερεύς, ὅταν θυμιᾷ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου, ἀπαγγέλει τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι» καὶ ὄχι τὸ «Δεῦτε προσκυνήσωμεν».
  • Ἡ πιὸ εὐθεῖα ἀναφορὰ ὅμως γίνεται στὸ Κοινωνικόν. «Ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος, καὶ ἀνέστη σῴζων ἡμᾶς. Ἀλληλούϊα».
  • Τέλος, ὁ ἱερεὺς ποιεῖ τὴν ἀπόλυσιν μετὰ τοῦ Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν.

Αὐτὸ ποὺ ψάλλουμε τὴν πρωΐαν τοῦ Μ. Σαββάτου δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς καθημερινὸς ἑσπερινός. Εἶναι ὁ Μέγας Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, γι’ αὐτὸ καὶ τελεῖται μετὰ τῆς Θείας Λειτουργίας.

 
 

Τὰ παραπάνω ὅμως γεννοῦν ἕνα ἄλλο ἐρώτημα·

Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι, γιατί δὲν λέμε Χριστὸς Ἀνέστη ἀπὸ τὸ πρωῒ καὶ περιμένουμε τὴν 12η βραδινή;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι πὼς ἡ τελετὴ τῆς 12ης βραδινῆς ἔχει ἐξαγγελτικὸ χαρακτῆρα. Ἡ 12η βραδινὴ δηλαδὴ ἔχει ὁρισθεῖ ὡς ἡ ὥρα τῆς ἐπισήμου ἐξαγγελίας τοῦ γεγονότος[7].

Θὰ πῶ δυὸ παραδείγματα γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα.

Ὁ ἀθλητὴς δὲν στεφανοῦται ἀμέσως μετὰ τὴν νίκη του. Παρ΄ ὅτι ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων εἶναι σίγουρα ὁ νικητής, παρ’ ὅτι κάνει τὸν γῦρο τοῦ θριάμβου καὶ ὅλοι πανηγυρίζουν μαζί του, μέχρι τὴν ἀπονομὴ τοῦ μεταλλίου μεσολαβεῖ κάποιο χρονικὸ διάστημα. Ὅταν ἀνεβαίνει στὸ βάθρο, τότε πραγματοποιεῖται ἡ ἐπίσημος ἀναγγελία τοῦ γεγονότος τῆς νίκης του καὶ λαμβάνει τὸν στέφανον (μετάλλιον).

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση τῆς ἀναδείξεως κάποιου προσώπου ὡς νικητοῦ τῶν ἐκλογῶν. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἀρχηγὸς ἑνὸς κόμματος ποὺ κερδίζει τὶς ἐκλογὲς καὶ κατ’ οὐσίαν ἔχει ἀναδειχθεῖ ἤδη ὡς πρωθυπουργός, εἶναι ἀνάγκη νὰ σφραγίσει τὸ γενονὸς αὐτὸ μὲ τὸ καθιερωμένο ἐπίσημο διάγγελμά του. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ μία τυπικὴ πράξη, ἡ ὁποία ὅμως ἀποτελεῖ τὴν ἐπίσημη τελετὴ ἀναγγελίας τοῦ γεγονότος.


Ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση τῆς Λαμπρῆς. Κατὰ τὴν 12η βραδινὴ ἀναγγέλεται μὲ κάθε ἐπισημότητα τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει ἤδη πραγματοιηθεῖ. Θὰ μπορούσαμε ἀπὸ τὸ πρωῒ νὰ λέμε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὅμως περιμένουμε τὴν ἐπίσημη, πανηγυρικὴ ἐξαγγελία του ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνη γίνεται ὁ κήρυξ, ὁ διαγγελεύς, ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ παγχαροῦς καὶ παντοφιλήτου μηνύματος, αὐτὸς ποὺ διαλαλεῖ τὸν θρίαμβον.



[1] Tὸ γιατί ψάλλουμε τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ τὸ πρωῒ, εἶναι ἄλλο θέμα. Γίνεται προφανῶς γιὰ λόγους πρακτικούς, πρὸς διευκόλυνσιν δηλαδὴ τῶν πιστῶν. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο κάθε βράδυ τῆς Μ. Ἑβδομάδος ψάλλουμε τὸν Ὄρθρο τῆς ἑπομένης ἡμέρας.
[2] Ρωμ. ϛ΄ 4.
[3] Ρωμ. ϛ΄ 9.
[4] Τυχαῖοι οἱ κρότοι σὲ κάποιους ναοὺς (π.χ. Ἅγ. Κωνσταντῖνο Ὁμονοίας), ἢ οἱ μπότηδες στὴν Κέρκυρα (τὰ πήλινα κανάτια ποὺ πετοῦν ἀπὸ τὰ μπαλκόνια) κατ’ ἐκείνη τὴν ἡμέρα; Δὲν ἔχουμε πένθος, ἀλλὰ ἀνάσταση! Πρώτη Ἀνάσταση ὀνομάζεται.
[5] Ματθ. κη΄ 6.
[6] Ματθ. κη΄ 7.
[7] Ἀλλοῦ βέβαια τελοῦν τὴν ὅλη Ἀκολουθία κατὰ τὶς πρωϊνὲς ὧρες, δηλαδὴ στὴν κανονική της θέση — καθ’ ὅτι, μετὰ τῆς παννυχίδος καὶ τῆς ὀλιγολέπτου τελετῆς τῆς Ἀναστάσεως, τὸν Ὄρθρον τῆς ἑορτῆς ψἀλλουμε καὶ τὴν θεία Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου τελοῦμε.

π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου

τέθη τὸ ἐρώτημα: 

«Σπρώχνει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο στὴν ἄκρη μιᾶς δυσκολίας;» 

Ἡ ἀφορμὴ ἐδόθη ἀπὸ κειμενάκι ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ διαδίκτυο ὑπὸ μορφὴν εἰκονιδίου. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ὅταν ὁ Θεὸς σὲ σπρώχνει στὴν ἄκρη μιᾶς δυσκολίας, ἐμπιστεύσου τον ἀπόλυτα. Γιατὶ δύο πράγματα θὰ σοῦ συμβοῦν: ἢ θὰ σὲ πιάσει τὴν ὥρα ποὺ θὰ πέφτεις, ἢ θὰ σὲ μάθει θὰ πετᾶς!»

Ὡραῖο ὄντως κειμενάκι, ποὺ προτρέπει νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει.

Δυσκολεύει μόνον λίγο ἐκεῖνο ποὺ λέει ὅτι ὁ Θεὸς σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο σὲ δυσκολίες, τὸν βάζει δηλαδὴ σὲ πειρασμούς. Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεός, ποὺ τόσο ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν σπρώχνει στοὺς πειρασμούς καὶ τὶς δυσκολίες; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα.

Ἔχουν λεχθεῖ πολλὰ πάνω σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ μάλιστα ἀπὸ μεγάλους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας· τόσα πολλά, ποὺ θὰ χρειαζόταν σελίδες ἀμέτρητες μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τὰ ἀναφέρουμε, ὄχι καὶ γιὰ νὰ τὰ σχολιάσουμε.

Ἡ μικρὴ καὶ ταπεινὴ δική μας παρέμβαση ἐδῶ δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸ ἀπὸ τὸ νὰ προτείνει τὴν προσέγγιση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος ὑπὸ μίαν συγκεκριμένη ὀπτικὴ γωνία, βιβλικὴ ἐξάπαντος.

Ἂν ἀνατρέξουμε (καὶ πάντα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ κάνουμε) στὴν ἀρχέγονη πηγὴ τῆς γνώσεως, ποὺ εἶναι ἡ ἱερὰ Βίβλος, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὸς ποὺ πειράζει δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος καὶ πειράζων καλεῖται γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, καὶ πειραστής.

Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξ ἀρχῆς θέτει στὸν ἄνθρωπο, ὄχι ἕνα πειρασμό, ἀλλὰ ἕνα ἄθλημα. Ὅταν «ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς», ὅταν τὸν ἔβαλε δηλαδὴ μέσα στὸν παράδεισο τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς μακαριότητος, «ἐνετείλατο αὐτῷ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»[1]. Τοῦ ἔδωσε, τοὺς ἔδωσε καλύτερα, τὴν ἐντολὴ (ἄθλημα) νὰ τρῶνε ἐλεύθερα ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων (ξύλων), ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνους τοῦ «γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν». Μὲ ἁπλᾶ λόγια, ἀπ’ ὅλα μποροῦσαν νὰ τρώνε, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα.

Ἀλλὰ πρὸς τί αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευση;

Πρῶτον, ἔπρεπε νὰ συνειδητοποιήσει ὁ ἄνθρωπος (ἄνδρας καὶ γυναῖκα) ὅτι δὲν εἶναι ἄναρχος, ἀλλὰ ὑπὸ ἀρχήν.

Δεύτερον, ἔπρεπε νὰ ἀσκήσει τὴν ἐλευθερία του, ποὺ ἐκφράζεται στὰ ἔλλογα ὄντα (ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους) μὲ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι — ὁ ἄνθρωπος διάλεξε τὸ δεύτερο!

Τρίτον, ἔπρεπε νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ὑπερβατικότητα, ἡ ὁποία καὶ ἀνταποκρίνεται στὴν ὑπαρκτική του ἀποστολὴ ὡς κορωνίδος τῆς δημιουργίας — εἶναι, μὲ ἁπλᾶ λόγια, τὸ ἔργο ποὺ τοῦ δόθηκε νὰ φέρει εἰς πέρας. Ὅταν λέει ἡ Γραφὴ «ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν», αὐτὸ ἐννοεῖ, νὰ τὸν φυλάττει ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν σωτηρία του, τὴν ὑπέρβαση δηλαδὴ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀνέθεσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο τὴν ὑψηλὴ ἀποστολὴ νὰ ὁδηγήσει τὴν κτίση ὁλάκερη ἀπὸ τὴν «κατὰ φύσιν» κατάστασή της στὴν «ὑπὲρ φύσιν» — ἐκεῖνος βέβαια τὴν ὁδήγησε στὴν «παρὰ φύσιν»· ἀλλ’ ὢ τῆς φιλανθρωπίας σου, παντελεήμων Κύριε, τὴν ὁδηγεῖς πλέον εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ θέωσίν της σὺ ὁ νέος Ἀδάμ!

Αὐτὰ λοιπὸν ἔκανε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ πρὶν ἀνέφερα καὶ ὄχι γιὰ νὰ μᾶς παιδεύει φυσικὰ ἢ νὰ κάνει χάζι μαζί μας.

Ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς πονηρίας τί ἔκανε; Πλησίασε τὴν γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε· «τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου;» — γιατί ὁ Θεὸς εἶπε νὰ μὴ φᾶτε ἀπὸ κανένα καρπό; Ἡ δὲ γυνὴ «τσίμπησε», κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, καὶ ἄνοιξε διάλογο μαζί του. Ἔπεσε δηλαδὴ στὴν παγίδα / πειρασμὸ τοῦ διαβόλου. Τὰ παρακάτω εἶναι γνωστά[2].

Ποιὸ τώρα τὸ συμπέρασμα; Ὅτι ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸ ἄθλημα, ὁ δὲ διάβολος τὸν πειρασμό.

Μά, θὰ πεῖ κανείς· καὶ τότε γιατί λέμε στὴν Κυριακὴ προσευχὴ τὸ «μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν»;

Νὰ μὴν ἐπιτρέψει τὸν παρακαλοῦμε· νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὸν διάβολο· νὰ μᾶς φυλάει ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου· καὶ ἀπὸ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους μᾶς ρίχνει ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Διότι τρεῖς ἐχθροὺς ἔχει ὁ ἄνθρωπος: τὸν διάβολο, τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν κόσμον (κοσμικὸ φρόνημα). Ὁ δὲ Θεὸς ἐνεργεῖ κατ’ εὐδοκίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ παραχώρησιν (παραχωρεῖ, ἐπιτρέπει τοὺς πειρασμούς· δὲν τοὺς θέλει, ὅμως τοὺς παραχωρεῖ, πρὸς ὠφέλειαν δική μας πάντοτε). Ὁ Θεὸς βγάζει μέσα ἀπὸ τὸ μαῦρο ἄσπρο, μέσα ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς νίκες, μέσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἀρετή. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὸν τάφο τὴν ζωή!

Μετὰ τὴν βάπτισή του, ποὺ θὰ γιορτάσουμε μεθαύριο, «ὁ Ἰησοῦς «ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου»[3]. Βλέπετε! Τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ πειρασθεῖ ἀπὸ τὸν διάβολο! Καὶ τί θὰ ποῦμε· ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε στὸν πειρασμό; Μὴ γένοιτο! Τὸν ὁδήγησε στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως. Ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς ἐπέτυχε τριττὴ νίκη (hat-trick)!

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπείραστος κακοῦ. Μὴ τοῦ φορτώνουμε ἐνέργειες ποὺ ἀνήκουν σὲ μᾶς ἢ στὸν διάβολο. Ἀρκετὰ πῆρε πάνω στὸ σταυρό, μὴ τοῦ ἐπισωρεύουμε κι ἄλλα — καὶ δὲν ἐννοῶ τὶς ἁμαρτίες, τὰ πάθη, τὶς ἀδυναμίες μας· ἐννοῶ τὴν ἄδικη γνώμη μας γιὰ ἐκεῖνον· διότι τὸν ἀδικοῦμε στ’ ἀλήθεια, ὅταν τὸν κάνουμε μέτοχο, ἢ μᾶλλον πρωτεργάτη, πειρασμικῶν ἐνεργειῶν. Αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη ἀντίληψη. Εἶναι ξενόφερτη. Καθ’ ἡμᾶς, ὁ Θεὸς θέτει ἀθλήματα, ὄχι πειρασμούς.

Δόξα τῷ ἀθλοθέτῃ Θεῷ!



[1] Βλ. Γεν. β΄ 15-17.
[2] Βλ. Γεν. γ΄ 1 κ.ἑ.
[3] Ματθ. δ΄ 1.

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ