π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου

Τὸ ἅγιον βάπτισμα, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ εἰσαγωγικόν, ὅπως συνηθίζεται νὰ λέγεται, μυστήριον τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς, τελεῖται δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη προεικονίζεται μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους.

Στὸν δεύτερο μόλις στίχο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως διαβάζουμε: «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος»[1]. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ ἅγιον, ποὺ μὲ τὴν ζωτική του ἐνέργεια συνέθαλπε τότε καὶ ζωογονοῦσε τὴν φύση τῶν ὑδάτων, κατὰ τὴν ὥρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ζωογονεῖ καὶ ἀναπλάσσει τὴν φθαρεῖσαν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας φύσιν τῶν ἀνθρώπων.

Μετὰ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε, ὁ Θεὸς ἔθεσε στὸν οὐρανὸ τὸ οὐράνιον τόξον· «τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς»[2]. Τὸ τόξον αὐτό, ἡ ἶρις, πού, ὡς γνωστόν, δημιουργεῖται ἀπὸ νερὸ καὶ ἀτμὸ τῆς γῆς, ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει μὲ τὸν Θεὸν καὶ γίνεται φίλος του. Καὶ τὸ μὲν νερὸ εἶναι φανερὰ σύμβολον τοῦ ἁγίου ὕδατος, ὁ δὲ ἀτμὸς τύπος τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Σὲ ἄλλα πάλι γεγονότα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ἁγίων ἀνδρῶν, ὅπως ὁ Ἀαρών, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἡσαΐας καὶ ἄλλοι, συναντοῦμε προτυπώσεις τοῦ δικοῦ μας ἁγίου βαπτίσματος, ποὺ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὸν ρύπον τῆς ἁμαρτίας, μᾶς εἰσάγει στὴν καινὴ κτίση, μᾶς μπολιάζει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καὶ μᾶς καθιστᾶ τέκνα τοῦ ἀκτίστου φωτός.

Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐν γένει γραμματεία γίνεται λόγος γιὰ πολλὲς προτυπώσεις τοῦ θείου βαπτίσματος, ἀλλὰ καὶ τύπους, εἴδη, ἂν τὸ θέλετε, βαπτισμάτων.

Ἂς δοῦμε πῶς καταγράφονται αὐτά.

1. Τὸ βάπτισμα τοῦ Μωϋσέως. Γιὰ τὸ βάπτισμα αὐτὸ μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ὑμνογράφος σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων[3]: img092
«Νεφέλη ποτέ, καὶ θάλασσα θείου προεικόνιζον, Βαπτίσματος τὸ θαῦμα, ἐν οἷς ὁ πρὶν βαπτίζεται, διεξοδικῶς τῷ Νομοθέτῃ λαός. Θάλασσα δὲ ἦν τύπος ὕδατος, καὶ νεφέλη τοῦ Πνεύματος· οἷς τελούμενοι, Εὐλογητὸς εἶ κράζομεν, ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν»
[4]. Δηλαδή, κατὰ τὴν θαυμαστὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ὁ νομοθέτης Μωϋσῆς ἐβάπτισε τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ μὲ τὴν θάλασσα καὶ τὴν νεφέλη, ἡ ὁποία τοὺς ἐσκέπαζε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας γιὰ νὰ μὴ τοὺς καίει ὁ ἥλιος, τοὺς ἐφώτιζε δὲ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νυκτός[5]. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος[6], ὡς ἐπίσης καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος[7]. Ἐκεῖνο τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀποτελοῦσε σκιὰ καὶ προτύπωση τοῦ ἀληθινοῦ βαπτίσματος, καθὼς ἡ θάλασσα συμβόλιζε τὰ ἁγιασμένα ὕδατα τοῦ δικοῦ μας μυστηρίου, ἡ νεφέλη τὴν χάριν τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὁ δὲ Φαραώ, ποὺ καταποντίσθηκε μαζὶ μὲ τὰ ἐκλεκτά του ἅρματα στὴν σκοτεινὴ ἄβυσσο, τὸν νοητὸ Φαραώ, τουτέστι τὸν πονηρὸ διάβολο, ὁ ὁποῖος κατασυντρίβεται τὴν ὥρα τοῦ θείου βαπτίσματος, μαζὶ μὲ τοὺς πονηρούς του δαίμονες, στὰ ἁγιασμένα ὕδατα τῆς ἀναγεννώσης κολυμβήθρας. Ὅπως δὲ παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ἐβαπτίσθη ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ὄχι «καταβυθιστικῶς» (ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι δηλαδή: καταβυθίσθηκαν), ἀλλὰ «διαβατικῶς», τουτέστι περνῶντας ἀβλαβῶς τὴν κυμαινομένη θάλασσα. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν διαβαίνοντες ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς Αἰγύπτου, ἐμεῖς δὲ βαπτιζόμενοι σωζόμεθα ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, ἀπολαύοντες τῆς ἐλευθερίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

2. Τὸ βάπτισμα τοῦ Προδρόμου. Τὸ βάπτισμα αὐτὸ ἦταν βάπτισμα μετανοίας καὶ ἀποτελοῦσε προετοιμασία γιὰ τὸ χριστιανικὸ σωτήριο βάπτισμα. Δὲν χάριζε Πνεῦμα ἅγιον, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ Πράξεις τῶν ἀποστόλων. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις του στὴν Ἔφεσο ὁ ἀπ. Παῦλος βρῆκε κάποιους μαθητὲς καὶ τοὺς ρώτησε: «Λάβατε τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅταν πιστεύσατε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτισθήκατε;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν: «Ἐμεῖς οὔτε κἂν ὅτι ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιον ἀκούσαμε». Τοὺς ρώτησε ξανὰ ὁ Παῦλος: «Ποιὸ βάπτισμα λάβατε καὶ εἰς ποίου τὸ ὄνομα ἔχετε βαπτισθεῖ;» Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν: «Βαπτισθήκαμε εἰς τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου». Τότε ὁ Παῦλος τοὺς ἐξήγησε. «Ὁ Ἰωάννης ἐβάπτιζε τοὺς ἀνθρώπους μόνον μὲ ὕδωρ. Τὸ βάπτισμά του μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, ὄχι ὅμως καὶ νὰ παράσχει ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· γι’ αὐτὸ καὶ προέτρεπε τὸν λαὸ νὰ πιστεύσει σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἐρχόταν ὕστερα ἀπὸ αὐτόν, δηλαδὴ στὸν Χριστό». Ὅταν οἱ μαθητὲς ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτά, ἐβαπτίσθησαν καὶ ἔλαβαν Πνεῦμα ἅγιον[8].

Ἀπ’ ὅλα αὐτὰ καταλαβαίνουμε ὅτι βάπτισμα ἦταν καὶ ἐκεῖνο τοῦ Ἰωάννου, ὅμως ἐξυπηρετοῦσε μόνον τὸν σκοπὸν τῆς μετανοίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς προετοιμασίας τους νὰ δεχθοῦν τὸ ἀληθινὸ βάπτισμα τῆς σωτηρίας.theophany4 800

Τὸ πάντων θαυμαστώτερον δὲ εἶναι ὅτι κατεδέχθη νὰ λάβει τὸ βάπτισμα ἐκεῖνο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, κατ’ ἄκραν συγκατάβασιν καὶ ἵνα πληρώσῃ πᾶσαν δικαιοσύνην.

3. Τὸ βάπτισμα ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. Πάλι στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων καὶ συγκεκριμένα στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς παρήγγειλε στοὺς μαθητὲς νὰ μὴν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὴν Ἀνάληψή του, ἀλλὰ νὰ περιμένουν τὴν ἔλευσιν τοῦ ἁγίου Πνεύματος· «ὅτι Ἰωάνης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας»[9]. Γράφει δὲ μεταξὺ ἄλλων ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης, ἑρμηνεύοντας τὰ ὅσα διηγοῦνται οἱ Πράξεις τῶν ἀποστόλων περὶ τῆς Πεντηκοστῆς: «Ἐπλήρωσε δὲ ὁ ἦχος (ἐννοεῖ τὴν βοὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἐγένετο μαζὶ μὲ τὴν κάθοδον τοῦ ἁγίου Πνεύματος) ὅλον τὸν οἶκον, ὡς πεπληρωμένην κολυμβήθραν αὐτὸν ποιῶν»[10]. jpgἜγινε δηλαδὴ κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη (τῆς Πεντηκοστῆς) ὅλος ὁ οἶκος (τὸ ὑπερῷον) σὰν μία κολυμβήθρα γεμάτη ἅγιον Πνεῦμα, μέσα στὸ ὁποῖον ἐβαπτίσθησαν ὅλοι ὅσοι εὑρίσκοντο ἐκεῖ, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἔτσι ἡ πρόρρησις τοῦ Σωτῆρος, ὁ ὁποῖος εἶπε· «Ἐσεῖς θὰ βαπτισθεῖτε μὲ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὄχι πολλὲς ἡμέρες ὕστερα ἀπὸ αὐτὲς ποὺ διερχόμεθα». Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ γεγονὸς ἔκτακτον, ὅπως ἔκτακτα ἦσαν καὶ τὰ χαρίσματα ποὺ ἔλαβαν τότε οἱ ἀπόστολοι (γλωσσολαλιὰ κ.ἄ.)[11].βάπτισμα

4. Τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι τὸ βάπτισμα ποὺ ὅλοι μας γνωρίζουμε, τὸ δικό μας ἀληθινὸ βάπτισμα, ποὺ τελεῖται δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος· αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔδειξε ὁ Κύριος. Χωρὶς αὐτὸ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ φέρει τὸ ὄνομα χριστιανός.

5. Τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου. AgioiTessarakonta 4Εἶναι τὸ τιμιώτερον καὶ σεβασμιώτερον ὅλων, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· «οἶδα τὸ διὰ μαρτυρίου βάπτισμα, ὃ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐβαπτίσατο καὶ πολύ γε τῶν ἄλλων αἰδεσιμώτερον, ὅσῳ δευτέροις ρύποις οὐ μολύνεται»[12]. Αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται στὸ αἷμα του, δὲν κινδυνεύει πλέον νὰ μολύνει τὸ βάπτισμά του, μᾶς λέγει ὁ θεηγόρος πατήρ. Ὁ πρῶτος ποὺ ἔλαβε αὐτὸ τὸ βάπτισμα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ποὺ ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἔχυσε τὸ πανάγιο αἷμα του γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἔτσι, ὅταν τοῦ ζήτησαν ἀξιώματα ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, τοὺς ρώτησε· «δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι;»[13] — μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου ποὺ ἐγὼ πρόκειται νὰ πιῶ, ἢ νὰ βαπτισθεῖτε τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου ποὺ μετ' ὀλίγον θὰ ὑποστῶ; Τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου ἀκολούθησαν καὶ οἱ ἅγιοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐβαπτίσθησαν μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Γινόταν δὲ τοῦτο κατ’ ἀνάγκη τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, διότι πολλοὶ χριστιανοὶ πρὶν ἀκόμη προλάβουν νὰ βαπτισθοῦν, ἐσύροντο ἀπὸ τοὺς τυράννους στὶς φυλακὲς καὶ τὸ μαρτύριο.

6. Τὸ βάπτισμα τῶν δακρύων. Κάθε φορὰ ποὺ κάποιος ἐνθυμούμενος τὶς ἁμαρτίες του, κλαίει καὶ θρηνεῖ γι’ αὐτές, βαπτίζεται μέσα στὰ δάκρυά του. Τὸ βάπτισμα αὐτὸ λέγουν ὅτι εἶναι τὸ κοπιαστικώτερο ἀπὸ ὅλα. Διότι καὶ τὸ μαρτύριο μπορεῖ νὰ ἔχει κόπο καὶ πόνο πολύ, ὅμως κρατάει μία ὥρα ἢ ἡμέρα ἢ ἑβδομάδα, ἐνῷ τὸ δάκρυ θὰ πρέπει νὰ τὸ ἔχει ὁ ἄνθρωπος διὰ παντὸς στὴν ζωή του. 17816Γι’ αὐτὸ καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων, κάποιοι χριστιανοὶ ποὺ συνείχοντο ἀπὸ τὸν πόθον τοῦ μαρτυρίου, ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικὸ βίο, ποὺ εἶναι ἕνα συνεχὲς μαρτύριο.

Ἂς σταθοῦμε ὅμως λίγο στὸ βάπτισμα αὐτὸ τῶν δακρύων, ἤ, ἄλλως εἰπεῖν, στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, διότι ἀποτελεῖ μέγα δῶρον τοῦ Θεοῦ καὶ φανερώνει ὅσο τίποτε ἄλλο τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία του, ἀφοῦ μὲ αὐτὰ (τὰ δάκρυα) ὁ ἄνθρωπος καθαρίζει τὸ πρῶτο βάπτισμα, τὸ ὁποῖον μολύνει διαρκῶς μὲ τὸν ρύπον τῆς ἐμπερίστατης ἁμαρτίας.

Πράγματι, ὅταν βαπτιζόμασθε, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς παρέχει ἕναν ὁλοφώτεινο χιτῶνα. «Χιτῶνά μοι παράσχου φωτεινόν, ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, πολυέλεε Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλουμε κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ χιτῶνας αὐτὸς συμβολίζει τὴν χάριν τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι ντυμένος μὲ τὸ ἄκτιστον φῶς τῆς θείας δόξης του, σύμφωνα μὲ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ ποιητοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ντυνόμασθε μὲ τὴν ἴδια δόξα καὶ χάρη. Ἡ ψυχή μας γίνεται ὁλόφωτη καὶ ὑπέρλαμπρη. Ὅμως, «ὡς σάρκα φοροῦντες καὶ τὸν κόσμον οἰκοῦντες ἢ ἐξ ἐνεργείας τοῦ διαβόλου»[14] ὑποκινούμενοι στὴν ἁμαρτία, μολύνουμε διαρκῶς τὸν ὁλόλευκο χιτῶνα μας. Θὰ χρειαζόταν νὰ βαπτισθοῦμε ξανὰ καὶ ξανά, προκειμένου νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὸν ρύπο. Ἀλλὰ τὸ βάπτισμα δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ὅταν βαπτιζόμασθε, μᾶς λέγει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, καταγγέλουμε τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου· καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἀπέθανεν ἅπαξ, ἅπαξ τελεῖται καὶ τὸ ἱερὸν μυστήριον τοῦ βαπτίσματος. Ἄλλωστε καὶ στὸ σύμβολον τῆς πίστεως ὁμολογοῦμε «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Πῶς λοιπὸν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τῆς ἁμαρτίας, ὅταν μάλιστα βαπτιζόμενοι σὲ νηπιακὴ ἡλικία καὶ μὴ ἔχοντες ἐπίγνωσιν τῆς πίστεώς μας, ἁμαρτάνουμε συνεχῶς;

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς φιλόστοργη μητέρα ἐφρόντισε καὶ γι’ αὐτό. Βασιζόμενη στὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ, «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται»[15], μὲ τὰ ὁποῖα ἔδωσε στοὺς μαθητές του τὴν ἐξουσίαν «τοῦ λύειν καὶ δεσμεῖν τὰς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων», ἐθέσπισε τὸ μέγα τοῦτο μυστήριον τῆς μετανοίας ὡς δεύτερον καὶ τρίτον καὶ νιοστὸν βάπτισμα. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ μετανοοῦμε εἰλικρινῶς καὶ καταφεύγουμε στοὺς πνευματικοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι καὶ τελοῦν τὸ μυστήριον τοῦτο, βαπτιζόμασθε γιὰ δεύτερη καὶ τρίτη καὶ νιοστὴ φορὰ βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον καὶ παρηγορούμεθα πλήρως, ἀληθῶς καὶ ἀνεγκλήτως.

Θὰ πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ κατὰ Χριστὸν μετάνοια δὲν εἶναι μία ἁπλὴ μεταστροφὴ τοῦ νοός, ἀλλὰ συνεχὴς πνευματικὴ κατάστασις τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία συναισθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἐπιζητεῖ διαρκῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἡλιοτρόπιον στρέφεται διὰ παντὸς πρὸς ἐκεῖνον.

Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἐπειδὴ «ὡς ῥάκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν»[16], ἂς μὴ ξεχνοῦμε ὅτι σὲ καμμία ἀρετὴ δὲν εὐαρεστεῖται τόσον ὁ Θεὸς ὅσο στὴν μετάνοιά μας, καὶ τίποτε πολυτιμώτερο δὲν ἔχουμε νὰ τοῦ προσφέρουμε ἀπὸ αὐτήν.

Μεγάλες λοιπὸν οἱ δωρεὲς καὶ πλούσια τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Θεοῦ, ποὺ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τοὺς σκιώδεις τύπους στὸ ἀληθινὸ βάπτισμα τῆς σωτηρίας καὶ μέσῳ τῆς μετανοίας στὴν λύτρωση· τοῦ Θεοῦ μας ποὺ κάμπτεται σὲ κάθε μας δάκρυ καὶ εἶναι πάντα πρόθυμος νὰ μᾶς λούσει καὶ μυρώσει καὶ ἐνδύσει πάλιν καὶ πολλάκις μὲ χιτῶνα καθαρό. 

Καὶ ἕνα μόνον δάκρυ μετανοίας μας νὰ στάξει, τὸ μετράει αὐτὸς ὡς ἰσοδύναμο πρὸς τὸ λουτρὸν τοῦ βαπτίσματος. Ὄμορφα τὸ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης[17]·

«Καὶ δάκρυον στάξαν, ἰσοδυναμεῖ τῷ λουτρῷ»!

 



[1] Γεν. α΄ 2.
[2] Γεν. θ΄ 13.
[3] Ἡ λέξη γράφεται κανονικὰ μὲ -ι-. Ἡ ὀρθὴ γραφὴ τὴν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὴν λέξη θεοφάνεια ποὺ σημαίνει τὴν φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι σωστὸ τὰ Θεοφάνια (οὐδέτερο) καὶ ἡ θεοφάνεια (θηλυκὸ) νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια γραφή. Ἡ λ. θεοφάνεια δηλώνει τὴν πράξη ἢ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιθέτου θεοφανὴς (θεοφανὴςθεοφάνεια· ὅπως ἐπιφανὴς - ἐπιφάνεια, διαφανὴς - διαφάνεια). Θεοφάνειες εἴχαμε πολλὲς καὶ στοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἀργότερα φυσικά. Ἡ κατ’ ἐξοχὴν θεοφάνεια εἶναι ἡ ἐν σαρκὶ φανέρωσις τοῦ Θεοῦ καὶ δὴ ἡ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ φανέρωσις τῆς ἁγίας Τριάδος.
       Πῶς ὅμως ἐπεκράτησε ἡ ἐσφαλμένη γραφὴ Θεοφάνεια ἀντὶ τῆς ὀρθῆς Θεοφάνια; Πῶς δηλαδὴ ἡ ὀνομαστικὴ ἑνικοῦ τοῦ θηλυκοῦ θεοφάνεια (ἡ) ἔγινε ὀνομαστικὴ πληθυντικοῦ τοῦ οὐδετέρου Θεοφάνεια (τά); Προφανῶς τὸ φαινόμενο εἶναι ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο ποὺ παρατηροῦμε στὴν λέξη Χριστούγεννα· λέξη σύνθετη ἐκ συναρπαγῆς ἀπὸ τὴν φράση Χριστοῦ γέννα. Ἡ Χριστοῦ γέννα (θηλυκοῦ γένους) ἔγινε τὰ Χριστούγεννα (οὐδετέρου γένους). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἔχουμε ἀλλαγὴ γένους δηλαδή, ἀπὸ θηλυκὸ σὲ οὐδέτερο.
       Οἱ ἀρχαῖοι πάντως (ὑπῆρχε ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων, στοὺς Δελφοὺς) ἔγραφαν τὴν λέξη μὲ -ι-, ὅπως ἄλλωστε ἔκαναν καὶ μὲ παρόμοιες λέξεις (Ἐπιφάνια, Πύθια, Ἴσθμια).
       Παρ’ ὅλα αὐτά, ἐδῶ ἀκολουθοῦμε τὴν πεπατημένη, γράφοντας τὴν λέξη μὲ -ει-, καθ’ ὅτι... τὸ ἔθιμο νικάει τὸν νόμο! Εἶναι τόσο ἰσχυρὴ ἡ συνήθεια, ποὺ ἡ λέξη Θεοφάνια (μὲ -ι-) «χτυπάει ἄσχημα στὸ μάτι». Εἶναι τὸ ἴδιο ἴσως μὲ τὸ νὰ προσπαθοῦσε κανεὶς νὰ καθιερώσει πλέον γιὰ τὸ κινητὸ τηλέφωνο τὸν ὅρο «φορητό», ποὺ σαφέστατα εἶναι ὁ ὀρθός, μιᾶς καὶ τὸ συγκεκριμένο τηλέφωνο φέρεται, δὲν κινεῖται! ὅμως μία τέτοια προσπάθεια μᾶλλον εἰς μάτην θὰ ἀπέβαινε. Ἡ λέξη Θεοφάνεια (τὰ) λοιπὸν γράφεται, ὡς μὴ ὤφελε, μὲ -ει-. Μὲ αὐτὴν τὴν γραφὴ θὰ τὴν συναντήσουμε στὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, σὲ συγγράμματα, σὲ τίτλους ἐφημερίδων κ.ἀ. Αὐτὴν τὴν γραφή, ὅπως εἴπαμε, ἀκολουθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἐδῶ.
[4] Ζ΄ ᾠδὴ α΄ κανόνος Θεοφανείων.
[5] Βλ. Ἐξόδ. ιδ΄ 19 κ.ἑ.
[6] Α΄ Κορ. ι΄ 2.
[7] Λόγος εἰς τὰ Φῶτα.
[8] Βλ. Πράξ. ιθ΄ 1-7.
[9] Βλ. Πράξ. α΄ 4-5.
[10] Βλ. Μ. ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΝ, ἔκδ. Ματθ. Λαγγῆ, Ἀθῆναι 51996, τόμ. ΙΔ, σελ. 338.
[11] Κάποιοι δυστυχῶς πιστεύουν, ὅπως οἱ Πεντηκοστιανοί, ὅτι τὰ χαρίσματα αὐτὰ ἀποτελοῦν σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἄνευ τῶν ὁποίων κάποιος δὲν εἶναι χριστιανός. Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε πὼς γιὰ νὰ εἴμαστε χριστιανοὶ θὰ πρέπει νὰ ὁμιλοῦμε ξένες γλῶσσες ἢ νὰ ἔχουμε ἄλλα τέτοια παρόμοια γνωρίσματα. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν πλάνες. Τί νόημα στ’ ἀλήθεια ἔχει νὰ ὁμιλοῦμε σήμερα μεταξύ μας ἀρχαῖα αἰγυπτιακά, ἐπὶ παραδείγματι; Ἐπίδειξη κάνει τὸ ἅγιον Πνεῦμα; Σήμερα ὑπάρχουν τὰ φροντιστήρια γιὰ τὶς ξένες γλῶσσες. Ἀκόμη καὶ οἱ ἱεραπόστολοι ποὺ πηγαίνουν σὲ μακρινὲς χῶρες, κάνουν πρῶτα κάποια μαθήματα τῆς γλῶσσας ἐκείνης ποὺ πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν καὶ δὲν περιμένουν ἀπὸ τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Τότε ἦταν ἀλλιῶς. Ἔπρεπε οἱ ἀπόστολοι νὰ δράσουν ἀμέσως, ἔπρεπε νὰ κηρύξουν σὲ ὅλην τὴν οἰκουμένη, σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου — ἰδιαίτατα μάλιστα κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ στὰ Ἱεροσόλυμα εὑρίσκοντο Ἰουδαῖοι καὶ προσήλυτοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς. Τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι ποικίλα· ἐμεῖς δὲ ἂς ζηλοῦμε τὰ κρείττονα καὶ δὴ τὴν ἀγάπην, τὴν «καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31).
[12] Λόγος 39.
[13] Ματθ. κ΄ 22.
[14] Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Εὐχελαίου, εὐχὴ ζ΄ (μετὰ τὸ ζ΄ Εὐαγγέλιον).
[15] Ἰωάν. κ΄ 23.
[16] Μετάφραση. Σὰν κουρέλι (ἀλλιῶς τὸ λένε σήμερα) γυναῖκας ποὺ κάθεται χωριστὰ λόγῳ τῆς ἀκαθαρσίας τῶν ἐμμήνων της, εἶναι ἀκάθαρτος ὅλη ἡ ἀρετή μας. (Δικαιοσύνη γιὰ τοὺς ἀρχαίους εἶναι τὸ ἁρμονικὸν σύνολον τῶν ἀρετῶν). Ἡσ. ξδ΄ 6.
[17] Περὶ μετανοίας λόγος.

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ