Πάσχα σήμερα.

Πάσχα καθ’ ὅλην τὴν Διακαινήσιμον ἑβδομάδα.

Ὀνομάζεται ἔτσι ἡ ἀπὸ τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ ἑβδομάς, καὶ λογίζεται ὡς μία Κυριώνυμος ἡμέρα, διότι εἰκονίζει τὴν ἀνέσπερον ἡμέραν τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνουν ὅλα καινά, θὰ παύσει δὲ ἡ ἑβδοματικὴ ἀνακύκλησις τοῦ χρόνου[1].

Πάσχα γιὰ σαράντα ἡμέρες.

Κάθε ἑορτὴ διαρκεῖ μίαν ἡμέρα. Ἀρχίζει ἐκκλησιαστικῶς μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ (τὴν παραμονὴ) καὶ ἀποδίδεται (τελειώνει) μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑνάτης ὥρας (πρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς κυρίας ἡμέρας). Στὴν θεία λατρεία ἀκολουθοῦμε τὸ ἑβραϊκό, ἤτοι τὸ σεληνιακὸ ἡμερολόγιο. Ἡ ἡμέρα ἀρχίζει μὲ τὸν ἑσπερινὸ καὶ τελειώνει μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑνάτης ὥρας, πρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς καινούργιας ἡμέρας. Στὴν νηστεία ἀντίθετα θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ ἡλιακὸ ἡμερολόγιο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἡμέρα ἀρχίζει μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου καὶ τελειώνει ξανὰ μὲ τὴν ἀνατολή, τότε δηλαδὴ ποὺ ξημερώνει ἡ καινούργια ἡμέρα[2].

Πάσχα κάθε Κυριακή.

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα δὲν ἀνακυκλοῦται ἐτησίως, ἀλλ’ ἑβδομαδιαίως. Ὅλες οἱ ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας τελοῦνται ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ (μία φορὰ τὸν χρόνο), ἀλλ’ ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα κάθε Κυριακή. Γι’ αὐτὸ ὀνομάζουμε καὶ Ἀντίπασχα τὴν ἐρχομένη Κυριακὴ (τοῦ Θωμᾶ). Ἑορτάζουμε τότε τὰ ἐγκαίνια τῆς καθ’ ἑβδομάδα ἀνακυκλουμένης ἑορτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως.

Πάσχα κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Λειτουργία.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ὁ λαός μας ὀνομάζει τὴν θεία κοινωνία «πασχαλιά». «Πᾶμε νὰ πάρεις πασχαλίτσα», λένε οἱ γιαγιάδες καὶ οἱ μαμάδες στὰ μικρά τους. «Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν ἐμὸν θάνατον καταγγέλετε καὶ τὴν ἐμὴν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε», μᾶς λέγει ὁ Κύριος[3]. Παίρνοντας μέσα μας τὸν Χριστό, παίρνουμε πασχαλιά, φῶς ἀναστάσιμο, τὸ φῶς τῆς Λαμπρῆς.

Πάσχα κάθε ἡμέρα.

Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ ἀντὶ ἄλλου χαιρετισμοῦ ἔλεγε πάντα «Χριστὸς Ἀνέστη!» Ὅταν σὲ πλημμυρίζει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως, ὅλα εἶναι ἀναστημένα γύρω σου καὶ κάθε μέρα εἶναι πασχαλιά.

Πάσχα κάθε στιγμή.

Ξέρετε πῶς ἡ κάθε στιγμή μας γίνεται Πάσχα; Ὅταν τὰ πάντα μέσα μας γίνονται μιὰ γιορτή, ἡ γιορτὴ τῆς ἀγάπης. Τότε ὁ κάθε κτύπος τῆς καρδιᾶς μας ἀνακρούει τὸν ὕμνον τῆς συγγνώμης. «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει», ψάλλουμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες, «καὶ οὕτω βοήσωμεν· Χριστὸς ἀνέστη». Ἐὰν δὲν συγχωρήσωμεν, πῶς καὶ βοήσωμεν; «Συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε».

 Εἴθε τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως νὰ καταυγάζει τὶς ψυχὲς ὅλων!

 Χριστὸς Ἀνέστη!



[1] Διακαινήσιμος < διά- + καινός. «Ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα», μᾶς λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος (Β΄Κορ. ε΄ 17). «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός», ψάλλουμε στὸν κανόνα τῆς Ἀναστάσεως. Ὅλα γίνονται λαμπρὰ καὶ ὅλα ἀνακαινίζονται, ξανακαινουργιώνουν. Στὴν πρώτη Ἐκκλησία οἱ νεοφώτιστοι (οἱ κατηχούμενοι δηλαδὴ ποὺ εἶχαν βαπτισθεῖ τὸ Μ. Σάββατο — τότε ποὺ τὰ μυστήρια ἦταν ἐκκλησιαστικὰ γεγονότα καὶ ὄχι ἀτομικὰ ἢ ἔστω οἰκογενειακά, ὅπως σήμερα) ἄρχιζαν μία καινούργια ζωή. Καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα ἔφεραν λευκὰ ἐνδύματα — ἐξ οὗ καὶ «λευκὴ ἑβδομάς». Ἡ Διακαινήσιμος ἦταν (καὶ εἶναι) ἡ πρώτη ἑβδομὰς τοῦ λειτουργικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Ἀπόστολος, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὰ ἄλλα ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ οἱ ἦχοι τῆς μουσικῆς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅλα. Δὲν νηστεύουμε κατὰ τὴν ἑβδομάδα αὐτήν. Ὁ πένθιμος χαρακτὴρ τῆς νηστείας δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ. Ἡ Διακαινήσιμος εἶχε καθιερωθεῖ ὡς ἀργία παλαιότερα.
[2] «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Γεν. α΄ 5).
[3] Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου (πρὸ τοῦ καθαγιασμοῦ).

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ