ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ

YCVSIS 800 π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου

Γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Νεοέλληνας σνόμπαρε τὴν φράση «μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι». Τοῦ φαινόταν πολὺ μωρὸ καὶ παιδαριῶδες κάτι τέτοιο. Ἦταν γιὰ τὶς γιαγιάδες καὶ τοὺς παπποῦδες αὐτά· σκουριασμένα πράγματα, ἀντιλήψεις ἄλλων ἐποχῶν, ἐκείνων ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν γνώριζαν πολλὰ γράμματα, δὲν εἶχαν ἀνάπτυξη ἐπιστημῶν τόσο μεγάλη, τεχνολογία καὶ πολιτισμὸ ἐξελιγμένο. Ἄλλωστε, μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι δὲν πᾶς μπροστά· εἶναι γιὰ γέλια νὰ σκεφτεῖς κάτι τέτοιο. Σήμερα χρειάζεται καπατσοσύνη, ἐπιτηδειότης στὸ ν’ ἁρπάζεις τὶς εὐκαιρίες, χωρὶς φραγμούς. Ἔτσι μονάχα πάει κανεὶς μπροστά. Τὰ ἄλλα εἶναι γιὰ τοὺς μωρούς, ἴσως καὶ δειλούς.

Ὅμως, εἴδαμε πόσο μπροστὰ πήγαμε. Μπροστὰ καὶ ψηλά! Τόσο ψηλά, ποὺ χαθήκαμε. Γιατί, ὅπως παρατηρεῖ ὁ λαός μας, «τὸ μυρμήγκι, ὅταν εἶναι νὰ χαθεῖ, βγάζει φτερά».

Χαθήκαμε, ἀδελφοί μου, γιατὶ ἀφήσαμε τὸν σταυρὸ ἀπὸ τὸ χέρι. Ἀφοπλισθήκαμε, ἐκεῖ ποὺ νομίζαμε ὅτι εἴχαμε ἐξοπλισθεῖ μὲ πολλὰ ἐφόδια (πτυχία, γλῶσσες, τρόπους κ.ἄ).

Καλὰ εἶναι ὅλα αὐτά, ὅμως, χωρὶς τὸν σταυρό, καταντοῦν ἅλας μεμωραμένον, γιὰ μᾶς μάλιστα γίνονται ἕως καὶ ἐπικίνδυνα — ἐπειδὴ ἐμεῖς ἀλλιῶς εἴμαστε μαθημένοι· ἐμεῖς «μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά», καθὼς λέει κι ὁ ποιητής[1].

Ὅλα καλὰ λοιπόν, μὰ χωρὶς τὸν σταυρό, ὅλα ἄχρηστα.

Ὅλα θέλω νὰ τὰ κερδίσω, μὰ κι ἂν ὅλα τὰ χάσω, μοῦ ἀρκεῖ ὁ σταυρός!



[1] Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι.

Νὰ ἕνα ὡραῖο ἀπόσπασμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποίημα — ἀπ' ὅπου καὶ ὁ παραπάνω στίχος.

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.

Τὰ λόγια αὐτὰ μελοποίησε ὁ Χ. Λεοντής. Ἂν θέλετε, μπορεῖτε νὰ ἀκούσετε τὸ τραγούδι. Ἑρμηνεύει ὁ ἀξέχαστος Ν. Ξυλούρης, ἐνῷ ἀπαγγέλει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής.

Πατῆστε ἐδῶ.

 

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ