ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ

Πρωτοπρεσβυτέρου
Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου
Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Θεσσαλιώτιδος καὶ Φαναριοφερσάλων

«…καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα,
καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας»
(Ἀποκ. ιγ΄ 1).

Οἡλικιωμένοι (ὄχι ὑπέργηροι) ἄνθρωποι θὰ ἐνθυμοῦνται ἀσφαλῶς ὅτι λίγες δεκαετίες πρίν, ἕνας ποὺ ἦταν ὁμοφυλόφιλος κρυβόταν, ἔκρυβε τὸ πάθος του, ντρεπόταν τὴν κοινωνία, ἔκανε, ὅ,τι ἔκανε, κρυφά. Ἤξερε πὼς «κινεῖ τὴν αἰδῶ»[1], προκαλεῖ δηλαδὴ τὸ δημόσιο αἴσθημα· γι’ αὐτὸ καὶ φυλαγόταν.

Μετὰ ἄρχισε νὰ ξεθαρρεύσει, νὰ ξεπερνᾶ τὴν αἰδῶ, νὰ μὴ λογαριάζει τὴν κοινωνία, τῆς ὁποίας βέβαια τὰ ἤθη εἶχαν ἤδη ἀμβλυνθεῖ.

Σὲ ἕνα πιὸ προχωρημένο στάδιο, σὲ μία πιὸ «μοντέρνα» καὶ «ἀπελευθερωμένη» ἐποχὴ ὄχι μόνον δὲν κρυβόταν, ὄχι ἁπλῶς δὲν ντρεπόταν, ἀλλὰ καὶ τὄχε καμάρι (gay pride)!

Τὰ τελευταῖα χρόνια κατ’ ἐξόχως προκλητικὸ τρόπο κάποιοι ἐκ τῆς λεγομένης «gay κοινότητος» ἀνέπτυξαν καὶ ἀκτιβιστικὴ δράση, ἵνα τὰ ἀθέμιτα ὡς νόμιμα καθιερωθοῦν καὶ ἀποδεκτὰ γενοῦν.

Ὀργανωμένο lobby καὶ M.K.O. προώθησαν καὶ προωθοῦν τὸ κίνημα. Μέχρι καὶ σὲ μὴ ὁμοφυλόφιλους ἔχουν δοθεῖ χρήματα προκειμένου νὰ λάβουν μέρους σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς γνωστὲς gay pride παρελάσεις.

Ἀπόφαση τῶν σερβικῶν ἀρχῶν νὰ ἀκυρώσουν προγραμματισμένη Gay Pride Parade στὸ Βελιγράδι, σήκωσε θύελλα ἀντιδράσεων ἐκ μέρους ἀξιωματούχων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖοι δήλωσαν μεταξὺ ἄλλων ὅτι οἱ κρατικοὶ θεσμοὶ δὲν κάνουν καλὰ τὴν δουλειά τους στὴν Σερβία, διὰ τοῦ τρόπου δὲ αὐτοῦ δυσχεραίνουν τὶς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴν ἐνταξιακὴ πορεία τῆς χώρας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση.

Δήμαρχοι βραβεύτηκαν καὶ ἔλαβαν ἰδιαιτέρους ἐπαίνους, ἐπειδὴ ἐπέτρεψαν παρόμοιες παρελάσεις καὶ δὲν ἐναντιώθηκαν.

Ψυχολόγοι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐνεθάρρυναν τὴν ὅλη κατάσταση, εἴτε διότι αὐτὸ πίστευαν πὼς εἶναι τὸ σωστό, εἴτε διότι ὑπηρετοῦσαν ὑποκειμενικὲς σκοπιμότητες — ἀφοῦ, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐπικρατεῖ ἀσάφεια ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν παραγόντων οἱ ὁποῖοι συντελοῦν στὴν διαμόρφωση τοῦ φαινομένου τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Μὲ ἁπλᾶ λόγια, ἡ ψυχολόγοι δὲν συμφωνοῦν μεταξύ τους ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό.

Τέλος, ἀκόμη καὶ θεολόγοι, τῆς δυτικῆς κατὰ κανόνα θεολογικῆς σκέψεως, ἔσπευσαν νὰ γίνουν ἀρεστοὶ μὲ σχετικὰ συγγράμματα καὶ νὰ φανοῦν in. Τὸ τί λέει ὁ ἀπ. Παῦλος στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς του, τὸ πῶς ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (ὁ σπουδαιότερος ἑρμηνευτὴς τοῦ Παύλου) τοὺς λόγους αὐτούς, τὸ πῶς ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἐξ ἀρχῆς κατενόησε τὸ φαινόμενο τοῦ «σοδομισμοῦ» ὡς τὸ κυριώτερο ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ὁδήγησαν στὴν καταστροφὴ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας καὶ τὸ θεώρησε στὴν παράδοσή της ὡς τὸ ἀκραιφνέστερο ἐσχατολογικὸ σημεῖο, γι’ αὐτοὺς ἢ δὲν ἔχει καμμία σημασία ἢ ἄλλως πως θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ.

Μέχρι ποὺ φθάσαμε βῆμα-βῆμα καὶ μὲ καλὰ μελετημένες, κλιμακούμενες κινήσεις νὰ ἔχει ἤδη ψηφισθεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων (ἵλεως γενοῦ, Κύριε!) ἄρθρο νομοσχεδίου ποὺ προβλέπει τὴν δυνατότητα ἀναδοχῆς παιδιῶν ἀπὸ ὁμόφυλα ζευγάρια.

Τὸ κέρατον ἐστεφανωμένον! (Ἀποκ. ιγ΄ 1).

Ἀπὸ αὐτοὺς κάποιοι προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ υἱοθεσίας· λὲς καὶ ἡ νομικὴ αὐτὴ διάκριση ἔχει καμμία πνευματικὴ ἢ ἠθικὴ ἀξία. Προσπαθοῦν καὶ πάλι νὰ χρυσώσουν τὸ χάπι, ὅπως σὲ κάθε παρόμοια περίπτωση, σ’ ἐκείνη τῆς ἀμβλώσεως, ἐπὶ παραδείγματι, ποὺ ὀνομάζουν οἱ ἀθεόφοβοι «διακοπὴ κυήσεως» ἢ «λύση κυήσεως». Εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ ἀποκαλοῦν θαυματουργικὰ τὰ «ἐκτρωτικὰ χάπια», διότι ἐπιφέρουν, λένε, «πολὺ ἀποτελεσματικὴ ἐκκένωση τοῦ περιεχομένου τῆς μήτρας» — ὡσὰν ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος χῶρος νὰ εἶναι ἀποθήκη ἀποβλήτων καὶ ὄχι ὁ πρόναος τῆς ζωῆς!

Ἄλλοι ὅμως ἐξ αὐτῶν ἀναφανδὸν τάσσονται ὑπὲρ καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς υἱοθεσίας, κηρύσσοντας σὲ ὅλους τοὺς τόνους ὅτι θὰ πρέπει νὰ ξεπεραστοῦν πλέον τὰ «στερεότυπα» — εἶναι στερεότυπο, βλέπετε, γι’ αὐτοὺς ὁ τίμιος γάμος!

Περιττὸν βέβαια νὰ ποῦμε ὅτι ὅσοι δὲν συμφωνοῦν μαζί τους κατατάσσονται, μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες, πολιτικῶς μὲν στὴν ἄκρα δεξιά, πνευματικῶς δὲ στὴν πτέρυγα τοῦ σκοταδισμοῦ. Τί τῦφος, Θεέ μου· τί τυφομανία! Φύλαξέ μας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ βάλαμε νὰ μᾶς φυλᾶνε! Δὲν ἔχουμε ἄλλη ἐλπίδα πιά, εἶναι πλέον ὁ δικός σου καιρός.

Εἶναι τὸ timing τοῦ Θεοῦ!

Ὁ Θεὸς θὰ ἐπέμβει. Φωνὴ λαοῦ, ὀργὴ Θεοῦ! Ἀρκεῖ νὰ μὴ συνθηκολογήσουμε, νὰ μὴ πάθουμε «ρινοκερίτιδα», ὅπως οἱ πολλοὶ στὸ θαυμάσιο — προφητικὸ μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσουμε — θεατρικὸ ἔργο τοῦ Εὐγενίου Ἰονέσκο «Ὁ ρινόκερως». Ζοῦμε τὸ «θέατρον τοῦ παραλόγου», γι’ αὐτὸ καὶ παραπέμπω τὸν ἀγαπητὸ ἀναγνώστη στὸ παραπάνω ἔργο. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνήκει ἀκριβῶς στὴν θεατρικὴ ἐκείνη σχολὴ ποὺ ὀνομάσθηκε Θέατρον τοῦ Παραλόγου, ὁ δὲ συγγραφεύς του ὑπῆρξε ἐκ τῶν κυριωτέρων αὐτῆς ἐκφραστῶν[2].

Ὅσα ἐλέχθησαν ἐδῶ, μὲ πόνο ψυχῆς ἐλέχθησαν· ὄχι δὲ μᾶλλον διότι προσβάλλεται ἡ ἠθική, ἀλλὰ διότι προσβάλλεται ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία καὶ προηγεῖται τῆς ἠθικῆς. Δὲν ἔχω τίποτε μὲ τοὺς ὁμοφυλόφιλους. Οὔτε τὸ πάθος κανενὸς θέλω νὰ διαπομπεύσω. Πευματικά μου παιδιὰ εἶναι, καὶ ἐξομολογῶ κάποιους. Ὡς εἰκόνες Θεοῦ ζῶντος τοὺς βλέπω. Καὶ γι’ αὐτοὺς σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου λιγώτερο ἁμαρτωλὸ ἀπὸ κανένα. Ὅλοι «στὸ ἴδιο καζάνι βράζουμε». Ὅλοι ἔχουμε πάθη, ἀδυναμίες, πτώσεις. Ὅμως, ἂς ἀγωνιζόμαστε γι’ αὐτά. Ὄχι νὰ θέλουμε καὶ νὰ τὰ στεφανώσουμε. Ἀνεχθήκαμε καὶ ἀνεχόμαστε πολλὰ πράγματα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ "κόκκινες γραμμές", "ἐσκαμμένα". Ὅταν γίνεται ὑπέρβαση αὐτῶν καὶ δὲν ὁμιλοῦμε, τότε ἡ ἀνοχή μας γίνεται ἐνοχή.



[1] Ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἡ λέξη κίναιδος κατὰ μία ἐτυμολογικὴ ἐκδοχή.

[2] Γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν τὸ ἔργο, ἐν συντομίᾳ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ὑπόθεσίς του ἔχει ὡς ἑξῆς. Σὲ μία μικρὴ πόλη τῆς Γαλλίας ξαφνικὰ οἱ ἄνθρωποι ἀρχίζουν νὰ μεταμορφώνονται σὲ ρινόκερους. Στὴν ἀρχὴ ἐμφανίζεται ἕνας. Οἱ ἄλλοι τὸν πολεμοῦν. Μετὰ ἐμφανίζεται καὶ ἄλλος. Ἡ ἀντίσταση συνεχίζεται σθεναρά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως καὶ ὅσο ἐμφανίζονται καὶ ἄλλοι (μεταμορφώνονται δηλαδὴ καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι σὲ ρινόκερους), ἡ ἀντίσταση κάμπτεται. Καὶ αὐτοὶ ποὺ στὴν ἀρχὴ πάλευαν νὰ ἀποτραπεῖ τὸ κακό, τώρα ἀρχίζουν νὰ διακηρύσσουν ὅτι οἱ ρινόκεροι πρέπει νὰ ἔχουν κι αὐτοὶ ἴσα δικαιώματα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅτι ὅσοι μένουν πιστοὶ στὶς παλιὲς ἀντιλήψεις περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους κ.λπ., εἶναι στὴν καλύτερη περίπτωση αἰσθηματίες, συναισθηματικοὶ τύποι καὶ τὰ ὅμοια· καταντοῦν δηλαδὴ γραφικοὶ στὸ τέλος. Ὅλοι στὴν πόλη ἔχουν ὑποκύψει στὴν ρινοκερίτιδα, ἐκτὸς ἀπὸ δυὸ-τρεῖς. Οἱ ρινόκεροι ὁρμοῦν καὶ καταστρέφουν τὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, ὅμως οἱ διανοούμενοι ὑποστηρίζουν πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, ἀκόμη καὶ τῆς μεταμορφώσεως. Ἐν τούτοις, ὁ Μπερανζέ, ὁ κεντρικὸς ἥρωας τοῦ ἔργου ἐπιμένει ὅτι οἱ μεταμορφώσεις δὲν εἶναι ἑκούσιες, ἀφοῦ ὁ φίλος τους ὁ Ζάν, γιὰ παράδειγμα, ἀρχικὰ μισοῦσε τοὺς ρινόκερους, στὴν συνέχεια ὅμως ὑπέστη πλύση ἐγκεφάλου. Στὸ τέλος ὁ συγγραφεὺς περιγράφει τὴν δεινὴ θέση στὴν ὁποίαν περιέρχεται καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ κεντρικὸς ἥρωας τοῦ ἔργου του, ὅταν μένει μόνος, ὁλομόναχος — ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν μεταμορφωθεῖ, ἀκόμη καὶ ἡ ἀγαπημένη του. Ἡ μοναξιὰ τὸν κάνει νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ἴδια του τὴ ὕπαρξη, γιὰ τὴν γλῶσσα του, γιὰ τὴν ἐμφάνισή του, γιὰ τὸ μυαλό του. Βρίσκει τὸν ἑαυτό του λάθος καὶ προσπαθεῖ νὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ ρινόκερω. Τὸ ξεπερνάει ὅμως κάποια στιγμὴ καὶ ἀνανεώνει τὸν ὅρκο του νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ρινόκερους. Στὸ τέλος φωνάζει θαρραλέα πρὸς τὸ ἀκροατήριο: «Δὲν συνθηκολογῶ!»

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ