Ὁμιλία - εἰσήγησις
Πρωτοπρεσβυτέρου
Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου,
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου
Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος καὶ Φαναριοφερσάλων,
εἰς Σεμινάριον Ἐξομολογητικῆς
τοῦ Ἱδρύματος Ποιμαντικῆς Ἐπιμορφώσεως
τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν
ἐν τῷ Ἱ. Ναῷ Ἁγ. Ἀθανασίου (Ροὺμ) Παλαμᾶ
τῇ Δευτέρᾳ (μετὰ τῶν Μυροφόρων)
27ῃ Ἀπριλίου 2015

Σεβασμιώτατε·

Περιποιεῖ ἰδιαιτέραν τιμὴν εἰς τὴν ταπεινότητά μου ἡ ἀνάθεσις τῆς παρούσης ὁμιλίας καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ἐκ μέσης καρδίας διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην.

Τὸ θέμα ποὺ μοῦ ἐδόθη νὰ ἀναπτύξω καὶ παρουσιάσω ὡς εἰσήγηση στὴν σημερινή μας (τρίτη κατὰ σειρὰν) συνάντηση, σεβαστοὶ πατέρες, ἔχει ὡς τίτλο: «Ἡ θέση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως στὴν σύγχρονη πραγματικότητα».

Δὲν πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ μονοσήμαντο τίτλο, ἀλλὰ γιὰ ἐπικεφαλίδα πολλῶν μᾶλλον θεμάτων, ἓν ἕκαστον τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε νὰ ἀπασχολήσει ἐν ἐκτάσει τὴν κάθε μία ἀπὸ τὶς ὄμορφες αὐτές, διδακτικὲς καὶ ὠφέλιμες συναντήσεις μας. Τοῦτο, καταλαβαίνετε, καθιστᾶ τὸ ἐγχείρημα ἀνταποκρίσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ θέματος εἰς τὸν τίτλον του δύσκολη ὑπόθεση. Πῶς νὰ συμπιέσει κανεὶς μέσα στὸ μικρὸ χρονικὸ διάστημα μιᾶς εἰσηγήσεως τὴν πληθὺ τῶν παραμέτρων ποὺ συνθέτουν ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα! Προχωρῶ ὅμως, θαρρῶν ἐν πρώτοις εἰς τὴν ἐπιείκειάν σας καὶ κατὰ δεύτερον εἰς τὸν εἰσηγητικὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ποὺ ὡς κύριο στόχο ἔχει νὰ θέσει τὶς βάσεις ἑνὸς γόνιμου προβληματισμοῦ καὶ νὰ ἀποτελέσει τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν διεξαγωγὴ ἑνὸς ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου.

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καὶ οἱ θεῖοι πατέρες τίποτε ἄλλο δὲν πράττουν ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τὸ νὰ προσαρμόζουν τὴν ποιμαντική τους στὶς ἑκάστοτε καὶ ἑκασταχοῦ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Στὴν οὐσία δὲν πρόκειται περὶ προσαρμογῆς, ἀλλὰ περὶ συγκαταβάσεως εἰς πάντα τὰ ἀνθρώπινα, τὰ «ἄπορα καὶ ἐλεεινά», κατὰ τὸν ἱερὸ Δαμασκηνό[1]. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, μὲ τὴν ἐνανθρώπισή του, δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ συγκαταβεῖ εἰς κάθε τι τὸ ἀνθρώπινο, μᾶλλον δὲ νὰ προσλάβει ὅ,τι τὸ ἀνθρώπινο, παρεκτὸς φυσικὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος συνήντησε καὶ συναντᾶ τὸ πλάσμα του ἐκεῖ ὅπου αὐτὸ εὑρίσκεται, στὴν ὅποια δηλαδὴ κατάστασή του. Δὲν θέτει ὡς προϋπόθεση κάποιο πεδίο νομικῆς ἀναφορᾶς ἢ ἐπίπεδο ἠθικῆς βελτιώσεως — πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ προσδιορισθεῖ, ἀνθρωπίνως τοὐλάχιστον, κάτι τέτοιο; Ὡς μόνη προϋπόθεσις τίθεται ἡ ἀληθὴς κατὰ Χριστὸν μετάνοια, ἡ ὁποία καὶ ὁρίζεται ὡς ἐπιστροφὴ εἰς ἐκεῖνον καὶ ὁμολογία περὶ τοῦ εἶναι αὐτὸν τὸν μόνον ἀληθινὸν λυτρωτὴν καὶ σωτῆρα. Κατόπιν, καὶ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς συναντήσεως αὐτῆς καὶ τῆς σχέσεως ποὺ δημιουργεῖται, ἔρχεται καὶ ἡ ἠθικὴ βελτίωσις, ὄχι ὅμως καὶ πάλιν ὡς ἀποτέλεσμα ἀνταποκρίσεως σὲ κώδικες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς, σὲ κάποιον ἠθικὸ καταστατικὸ χάρτη, ὅπως ὁρισμένοι ἀποκαλοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ δὴ τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του· ἀλλ’ ὡς ἦθος τὸ ὁποῖον μυσταγωγεῖται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐν τῇ θείᾳ λατρείᾳ καὶ δὴ ἐν τῇ θεία εὐχαριστίᾳ, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἦθος εὐχαριστιακόν, ποὺ σημαίνει ἐσχατολογικόν, συγχωρητικόν, ἀφοῦ ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι εἰκόνα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι καλούμεθα νὰ (συν)χωρέσουμε. Ἐκεῖνοι ποὺ προτάσσουν τὸν νόμο καὶ τὴν ἠθικὴ ἔναντι τῆς σχέσεως (θέση καὶ ἀντίληψη ἐξάπαντος ἀνορθόδοξη, ἀναγομένη εἰς τὴν δυτικὴ πρόταξη τῆς οὐσίας, ἤτοι τῆς ἀντικειμενικότητος ἔναντι τοῦ προσώπου), διαψεύδονται οἰκτρῶς, μᾶλλον δὲ καὶ κολαφίζονται ἐν ἠχηρῷ ῥαπίσματι ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ ἐκ δεξιῶν ληστοῦ. Ἐκεῖνος καμμία δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἐπιδείξει ἠθικὴ πρόοδο. Καὶ ὅμως, πρῶτος αὐτὸς ἐδείχθη οἰκήτωρ τοῦ παραδείσου. Τί τὸν ἔσωσε; Ἡ τοῦ Χριστοῦ συγκατάβασις φυσικά· ἀλλ’ οἴκοθεν, ἐξ ἰδίας βουλήσεως (ἀπὸ τὴν δική του πλευρὰ) δηλαδή, ἡ ἀληθὴς μετάνοια. Εἶναι ἄκρως ἐποικοδομητικὸ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ ὠνείδιζε καὶ αὐτὸς τὸν Κύριο, μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον ληστή[2]. Ἀλλὰ νά, στάθηκε ἀρκετὴ ἐκείνη ἡ μία, ἡ ἁγία στιγμὴ τῆς μετανοίας του· τότε ποὺ ἄστραψε μέσα του ὁ φωτισμὸς τοῦ παναγίου Πνεύματος ὡς δωρεὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἀλήθεια, ἂν στηνόταν ζυγὸς δικαιοσύνης γιὰ τὸν ληστή, πρὸς τὰ ποῦ θὰ ἔκλινε ἆραγε; Πράξεις; Ἐλεεινὲς καὶ τρισάθλιες. Λόγια; Ποταπὰ καὶ ἀήθη. Σκέψεις; Χαμερπεῖς καὶ ἐπαίσχυντες. Δουλειὰ νὰ ἔχουν οἱ δαίμονες νὰ κουβαλοῦν ἁμαρτίες, νὰ φορτωθεῖ ἡ ζυγαριά, νὰ σπάσει ἀπὸ τὸ βάρος. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ ἄγγελοι ἄπραγοι, περίλυποι, ματαίως ἀναζητοῦντες μιὰ καλὴ πράξη. Φόνοι ἀπὸ τὴν μία, βιασμοί, μαχαιρώματα, κρεπάλες, μέθη, ἀσωτία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη τί; Ἕνας λόγος μόνον: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»[3]. Μόνον αὐτό! Καὶ ἡ ζυγαριὰ γέρνει πρὸς τὰ ἐκεῖ, πρὸς τὸν Παράδεισο. «Ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ»[4]. Ποιὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ γίνεται πρῶτο; ἡ μετάνοια ἢ ὁ φωτισμός; Πῶς πραγματοποιεῖται ἡ συνάντησις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου; Ποιὸ τὸ ὁριακὸν σημεῖον αὐτῆς τῆς συναντήσεως; Ἀποτελεῖ μυστήριον! Καὶ μόνον ἡ ἑρμηνευτικὴ προσέγγισις ἑνὸς ἄλλου, μεγάλου μυστηρίου, μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴν σκέψη μας. Τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος ἐν προκειμένῳ ἔχει τὴν ἀπάντηση. «Ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως» συναντῶνται Θεὸς καὶ ἄνθρωπος· ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὴν ἐνανθρώπιση, μὲ τὴν ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως εἰς τὸ ἕνα πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὅλα συντελοῦνται εἰς τὰ ὅρια τῆς κτιστότητος. Ἐκεῖ συναντᾶται ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος μὲ τὸν ἄκτιστον Θεόν. Στὸ ἀντάμωμα μιᾶς ἐκστατικῆς φορᾶς ὅμως, ὅταν δηλαδὴ καὶ οἱ δύο βγοῦν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν τους, ὑπερβοῦν τὴν φύση τους πρὸς συνάντησιν τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀγαπωμένου, τοῦ ἐρωμένου προσώπου. Ἕνα εἶναι σίγουρο σ’ αὐτὸ τὸ μυστήριον· ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει σ’ ἐκεῖνον: «ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»[5].

Ἔτσι λοιπὸν μὲ τὸν ληστή. Ἔτσι καὶ μὲ τὴν πόρνη. Ἔτσι καὶ μὲ τὸν κάθε ἁμαρτωλὸ ἐξ ἡμῶν. Συγκαταβαίνει ὁ σωτήρ. Συγκαταβαίνουν καὶ οἱ ποιμένες τῆς λογικῆς του ποίμνης. «Τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω»[6], θὰ πεῖ στοὺς Κορινθίους ὁ Παῦλος, τὸ παράδειγμα τῆς αὐταπαρνήσεως. «Πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω»[7] (χωρὶς νὰ εἶμαι κανενὸς ὑφιστάμενος δηλαδή, θεληματικῶς ὑποδούλωσα τὸν ἑαυτόν μου, γιὰ νὰ κερδήσω τοὺς περισσοτέρους). «Τοῦτο δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον»[8]. Ὅλα του τὰ δικαιώματα ἐθυσίασε χάριν τοῦ εὐαγγελίου ὁ μέγας ἐκεῖνος καὶ μακάριος. «Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος», γράφει, «ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω»[9].

Τοῖς πᾶσι γίνεται τὰ πάντα ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια ἡ Ἐκκλησία, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ. Ἡ ἱστορία της εἶναι ἱστορία συγκαταβάσεως — μία συγκατάβασις ποὺ διακρίνεται ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ ἁπλᾶ πράγματα, ὅπως εἶναι, γιὰ παράδειγμα, ἡ χρῆσις τῶν δακτυλιδίων στὸν γάμο, ἢ τῶν στεφάνων. Ἀκόμη καὶ τὸ κέρας Ἀμαλθείας, σύμβολο καθαρὰ εἰδωλολατρικό, θὰ συναντήσουμε σὲ πρωτοχριστιανικὰ μνημεῖα. Ὅλα αὐτὰ ἡ Ἐκκλησία τὰ ἀγκάλιασε, δίδοντάς τους νόημα καὶ περιεχόμενο πολὺ ὑψηλό, θεολογικό, ἐσχατολογικό.

Συνεπῶς, ἡ προσαρμογὴ (καὶ) τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως στὴν σύγχρονη πραγματικότητα δὲν ἀποτελεῖ ἐπιταγὴ ἁπλῶς καὶ ἀνάγκη τῶν καιρῶν, ἀλλὰ φυσικὴ ἀνταπόκριση στὸ ἴδιο τὸ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, σκοπὸς τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμὸ τοῦ (σύμπαντος) κόσμου. Κάποιοι ὀνομάζουν τὴν Ἐκκλησία συντηρητική. Ἄλλοι πιστεύουν πὼς ἡ Ἐκκλησία στὶς ἡμέρες μας ἔχει βάλει πολὺ νερὸ στὸ κρασί της. Οἱ θιασῶτες τῆς πρώτης ἀπόψεως ὀνομάζουν αὐτάρεσκα τοὺς ἑαυτούς των προοδευτικούς, καὶ τοὺς ἄλλους συντηρητικούς. Οἱ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, περιχαρακωμένοι σὲ ἕναν ἄκαμπτο ζηλωτισμό, ἀποκαλοῦν τοὺς ἄλλους νεωτεριστές, καινοτόμους, ἕως καὶ προδότες. Ἡ εἰσαγωγὴ τέτοιων κατηγορημάτων στὴν γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, πέραν τῆς ὁλοφάνερης μωρίας, ἐλλοχεύει τὸν κίνδυνο τῆς διασπάσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι οὔτε συντηρητικὴ οὔτε προοδευτική. Ἤ, ἂν τὸ θέλετε, εἶναι συντηρητικὴ καὶ προδευτικὴ ἐν ταὐτῷ. Ἄκρως συντηρητική, διότι φυλάσσει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν παραδεδομένην μίαν ἀλήθειαν. Ἐξόχως προοδευτική, διότι περιπατεῖ ἐν καινότητι ζωῆς, ἀντλῶντας τὴν ταυτότητά της ὄχι μόνον καὶ τόσον ἀπὸ τὸ ἔνδοξον παρελθόν της, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρώτιστα ἀπὸ τὸ μέλλον της, ὅπου καὶ εὑρίσκεται ἡ πληρότης της. Χαρακτηρισμοὶ συνεπῶς τέτοιου εἴδους οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς τὸ ποιὸν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μόνον δὲ ποὺ ὑποδηλώνουν εἶναι τὸ ποιὸν καὶ τὸ ἀπόξενον ἦθος ἐκείνων ποὺ τοὺς εἰσάγουν. Τὰ ψευδοδιλήμματα καὶ οἱ ποικιλόσχημες διελκυστίνδες δὲν εἶναι ἄγνωστα φαινόμενα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, κάθε ἄλλο. Ὁ κίνδυνος διολισθήσεως εἰς τὰ ἄκρα ὑφέρπει ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ. Ἀπὸ τὴν μία οἱ ἀγκυλωτικὲς προσκολλήσεις σὲ εὐσεβιστικές, νομικιστικὲς καὶ ἠθικιστικὲς ἀντιλήψεις καὶ πρακτικές, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ κίνδυνος ἀμνηστεύσεως τῶν πάντων ὑπὸ τὸ πνεῦμα ἑνὸς ἄκρατου ἀμοραλισμοῦ ποὺ τείνει νὰ ἐπικρατήσει τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἡ ἀνησυχία πολλῶν περὶ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, ἀποτελεῖ ὑγιᾶ πνευματικὴ ἀντίδραση, καὶ χαίρομαι ποὺ στὶς δύο προηγούμενες συναντήσεις μας διεφάνη ἐν μέσῳ τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ διαλόγου μας. Ἡ ἀναζήτηση τῆς μέσης καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση, καθὼς «ὀρθοδοξεῖν ἐστὶ τὸ ἀεὶ σχοινοβατεῖν», κατὰ τὸν θεῖον Γρηγόριον τὸν Θεολόγον· εἶναι ὅμως καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ πρῶτο μέλημα παντὸς ποιμένος ἀγραυλοῦντος ἐπὶ τῇ λογικῇ αὐτοῦ ποίμνῃ.

Καλούμεθα σήμερα νὰ ἐναρμονίσουμε καταστάσεις δυσχερεῖς, πρωτόγνωρες, ἀντικρουόμενες. Ἡ ποιμαντικὴ σχοινοβασία, ποὺ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, ἐκεῖνο τὸ «σχοινοβατεῖν» μοιάζει νὰ ἐπιτάσσει πλέον γυμνάσματα σὲ ὕψη ἰλιγγιώδη. Ὁ πῆχυς ἔχει ἀνέβη πολὺ ψηλά. Ἁλματώδης καὶ ἰλιγγιώδης εἶναι ὁ ρυθμὸς μὲ τὸν ὁποῖον ἀναπτύσσεται ἡ τεχνολογία. Τοῦτο ἀπὸ μόνο του ἔχει ὁδηγήσει σὲ μία νέα πραγματικότητα, ἔχει καταστήσει τὴν οἰκουμένη ἕνα μεγάλο χωριό, ὅπως σωστὰ λέγεται. Μπροστὰ σ’ αὐτὴν τὴν νέα κατάσταση κάποιοι δέρουν ἀέρα, ἀφορίζοντες, ἀναθεματίζοντες, διαρρηγνύοντες τὰ ἱμάτιά τους καὶ ὀχυρούμενοι ἀκόμη ἀσφυκτικώτερα στὴν αὐτάρεσκη, ὡς φαίνεται, μοναξιά τους, τὴν ἀπομόνωση καὶ ἐσωστρέφεια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, μὲ τὴν ἴδια σπασμωδικότητα, γελοιωδῶς, ὡς ἀσθμαίνοντες ἐν ματαίῳ σπουδῇ, κάποιοι τρέχουν γιὰ νὰ προλάβουν τὸν ρυθμὸ τῶν ἐξελίξεων, μὴ τυχὸν καὶ τοὺς ποῦν οἱ ἄλλοι, οἱ ἀπ’ ἔξω, ὀπισθοδρομικούς. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς καταστάσεις εἶναι νευρωτικές.

Ἡ παγκοσμιοποιημένη κοινωνία εἶναι μία πραγματικότης, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι. Ὀφείλεται, ὡς ἐλέχθη, στὴν τεχνολογικὴ ἐξέλιξη ἐν πρώτοις, στὰ τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὑπάρχουν δορυφόροι, κινητὰ τηλέφωνα, skype καὶ τὰ τοιαύτα· ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μπορεῖς νὰ μιλᾶς μὲ κάποιον ποὺ βρίσκεται στὴν ἄλλην ἄκρη τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸν βλέπεις συγχρόνως· ἢ νὰ παραγγέλλεις μέσῳ διαδικτύου ὅ,τι θές, ὅποτε θές, ἀπ’ ὅπου θές, καὶ νὰ ἔρχεται μέσα σὲ λίγες ἡμέρες στὸ σπίτι σου, ὁ κόσμος ἔχει γίνει ἕνα μεγάλο χωριὸ καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει γυρισμὸ. Τί θὰ κάνουμε; Πῶς θὰ προσαρμοσθοῦμε σ’ αὐτὴν τὴν νέα πραγματικότητα; Ἐξαπολύοντας κεραυνοὺς γενικῶς καὶ ἀφηρημένως ἐναντίον τῆς κακῆς παγκοσμοιοποίησης; Ἢ σκύβοντας τὸ κεφάλι καὶ ἐργαζόμενοι μήπως προσθέσουμε ἕνα μικρὸ ἔστω λιθαράκι στὸ κτίσιμο τῆς καλῆς παγκοσμοιοποίησης; Μᾶς τρομάζουν μήπως οἱ λέξεις; Καλὴ παγκοσμοιοποίηση λέγοντας, ἐννοῶ τὴν οἰκουμενικότητα. Ἀλλὰ ξεχνοῦμε συχνὰ ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι οἰκουμενικὴ ὑπόθεσις. Συγχέουμε πολλὲς φορὲς τὴν οἰκουμενικότητα μὲ τὸν οἰκουμενισμό. Μᾶς τρομάζει ὁ οἰκουμενισμός, καὶ δικαίως· αὐτὴ εἶναι ἡ κακὴ παγκοσμοιοποίηση, ἡ ἰσοπέδωση. Ὅμως, ἀποκρούοντας τὸν οἰκουμενισμὸ κάποιοι, ὁδηγοῦνται στὸ ἄλλο ἄκρο, στὸν μαρασμό, στὴν ἀπομόνωση, στὸν ἀποκλεισμό, ἀκόμη καὶ στὴν ἐπιθετικότητα. Θυμηθεῖτε τὸ ὡραῖο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου: «ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ ("Οἰκουμενισμὸς" καὶ "Ζηλωτισμός")»[10]. Οἰκουμενιστὲς δὲν εἴμαστε, οἰκουμενικοὶ ὅμως ἄνθρωποι εἴμαστε, καὶ ὡς χριστιανοὶ καὶ ὡς Ἕλληνες. Ἡ ποιμαντική μας θὰ πρέπει νὰ ἐποχεῖται ἐπὶ παντὸς μέσου δυναμένου νὰ ὠφελήσει πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο. Παλιὰ τὸ νερὸ τὸ μετέφεραν μὲ στάμνες, σήμερα μὲ ἀγωγούς. Κανεὶς δὲν διανοεῖται νὰ μεταφέρει πλέον τὸ νερὸ σὲ στάμνες· ὅλοι προσαρμοζόμαστε στὴν νέα πραγματικότητα. Τὸ ἴδιο θὰ πρέπει νὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ποιμαντική μας. Ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, τὸ ζῶν ὕδωρ, θὰ πρέπει νὰ διοχετεύεται μὲ συγχρόνους ἀγωγούς, μὲ νέους τρόπους. «Οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· [...] οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς»[11]. Δὲν ἀλλάζουμε διδασκαλία, μὴ γένοιτο! Τὸ περιεχόμενο τοῦ κηρύγματός μας παραμένει τὸ ἴδιο. Τὸ ἴδιο εὐαγγελικὸ μήνυμα, τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ μεταφέρουμε, καὶ μάλιστα προσπαθοῦμε νὰ τὸ τηρήσουμε καὶ προσφέρουμε ἀνόθευτο, ἔτσι ὅπως τὸ παρέδωκε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του καὶ αὐτοὶ στοὺς πατέρες καὶ ἐκεῖνοι σ’ ἐμᾶς. Ὅμως, τὰ κανάλια πλέον γιὰ τὴν μετάδοση αὐτοῦ τοῦ μηνύματος εἶναι ἄλλα, πρέπει νὰ εἶναι ἄλλα, καὶ αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε. Μέσῳ τοῦ διαδικτύου, ἐπὶ παραδείγματι, μποροῦμε σήμερα νὰ δημιουργήσουμε ἕνα παγκόσμιο ἄμβωνα — τὴν στιγμὴ ποὺ ἄλλοι χρησιμοποιοῦν αὐτὸ τὸ μέσον γιὰ νὰ προπαγανδίζουν βάναυσα.

Οἱ θεῖοι πατέρες κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες δὲν ἀρνήθηκαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς τους· π.χ. τοὺς ὅρους τῆς φιλοσοφίας. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ζοῦσαν σὲ περιβάλλον ἑλληνιστικό, θὰ ἔπρεπε ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ μιλήσουν στοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη καὶ οἱ ἀπόστολοι, παρ’ ὅτι Ἑβραῖοι οἱ ἴδιοι καὶ ἆρα γαλουχημένοι μὲ τὸ σημιτικὸ πνεῦμα, ἔτσι μίλησαν στὸν κόσμο τῶν ἐθνῶν. Εἴδαμε τί ἔκανε ὁ Παῦλος στὴν Ἀθήνα, πῶς χειρίσθηκε τὴν εἰδωλολατρικὴ πραγματικότητα (τὸν βωμὸ στὸν ἄγνωστο Θεὸ καὶ τὰ ἄλλα σεβάσματα τῶν Ἀθηναίων), ἑδράζοντας, ἤ, καλύτερα, μπολιάζοντας ἐκεῖ πάνω τὴν διδασκαλία του. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἰωάννης στὴν Ἔφεσο, τὴν πατρίδα τοῦ μεγάλου Ἡρακλείτου. Δὲν μίλησε τόσο πολὺ γιὰ τὸν Λόγο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὁ λόγος ἀποτελεῖ τὴν κεντρικώτερη ἔννοια στὴν φιλοσοφία τοῦ μακρινοῦ μας φιλοσόφου. Εἶναι ἡ δημιουργικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ συνεκτικὴ δύναμη τῶν πάντων. Αὐτὸ τὸ ἐκμεταλλεύεται ὁ Ἰωάννης, προκειμένου νὰ ἐπιτύχει μὲ τὸ κήρυγμά του τὴν ἀναγωγὴ ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ κοσμικοῦ καὶ ἀπρόσωπου λόγου στὴν γνώση τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς ἁγίας Τριάδος. Ἡ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸν ἀπρόσωπο στὸν προσωπικὸ Λόγο γίνεται καὶ ἐδῶ μὲ τὴν ὑψηλὴ τέχνη τοῦ πνευματικοῦ ἐνοφθαλμισμοῦ.

Δὲν ἔμειναν οἱ πατέρες λοιπὸν καὶ οἱ θεῖοι ἀπόστολοι περιχαρακωμένοι σὲ ἰδιάζοντα σχήματα. Μίλησαν στὴν γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τους. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ κάθε ἐποχή. Αὐτὸ θὰ πρέπει καὶ ἐμεῖς σήμερα νὰ κάνουμε. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνουμε, ἂν δὲν χρησιμοποιήσουμε τοὺς σύγχρονους ἀγωγοὺς ἐπικοινωνίας, οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ μᾶς ἀκούσουν. Ὅπως καὶ τὸ ἀντίστροφο· Ἐὰν χρησιμοποιήσουμε μὲν σύγχρονους τρόπους, ὑπερσύγχρονους, ἂν τὸ θέλετε, ἀλλά, κινούμενοι ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, ἀλλοιώσουμε τὸ περιεχόμενο τοῦ μηνύματός μας, οἱ ἄνθρωποι πάλι θὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν, ἀντιλαμβανόμενοι στὸ τέλος ὅτι τοὺς σερβίρουμε ἀπόβλητα πράγματα σὲ ὡραία συσκευασία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει ἐνίοτε στὴν ποιμαντικὴ τῶν νέων. Προσπαθοῦν κάποιοι νὰ ἀρέσουν στοὺς νέους, καὶ τὸ κατορθώνουν, μὲ τὴν ἐμφάνιση, τὸ λεξιλόγιο, τοὺς τρόπους, ὅμως δὲν ἔχουν τίποτε οὐσιαστικὸ νὰ προσφέρουν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ συσκευασία καὶ τὸ service, ἀλλὰ κυρίως τὸ τί ἔχεις νὰ δώσεις. Ἰδιαίτερα οἱ νέοι σήμερα ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις στὰ πρωταρχικὰ καὶ θεμελιώδη ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου: Τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ κόσμος, ἡ ζωή, ὁ θάνατος, ὁ ἔρωτας. Ὄχι ὅμως ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ στείρου ἠθικισμοῦ ἢ τῆς ἀξιωματικῆς ἀπολυτότητος. Οἱ ἄνθρωποι πλέον δὲν ἀρκοῦνται σὲ ἀπαντήσεις ὅπως, «τὸ λέει ὁ Χριστός», «τὸ λέει ἡ Ἐκκλησία». Ζητοῦν νὰ τοὺς ἐξηγήσουμε τὸ γιατί, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι κακό. Τὸ ἴδιο, ὅπως εἴπαμε, ἔκαναν καὶ οἱ Πατέρες στὴν ἐποχή τους. Ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, συντόνισαν ὅλες τους τὶς δυνάμεις στὴν προσπάθεια ἑρμηνείας τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος μὲ ὅρους ἑλληνικοὺς (ἑλληνιστικούς, ἂν τὸ θέλετε). Ὅλη ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς προσπαθείας, νὰ δοθοῦν οἱ ὀντολογικὲς ἐξηγήσεις στὰ ζητήματα τῆς πίστεως. Καὶ σήμερα κάτι ἀνάλογο ἀπαιτεῖται. Ρωτάει ὁ σημερινὸς (νέος κυρίως) ἄνθρωπος· Γιατί θὰ πρέπει νὰ εἶμαι χριστιανός; Γιατί νὰ πηγαίνω στὴν Ἐκκλησία; Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Τί ἔχει νὰ μοῦ προσφέρει; Σὲ ὅλα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ δοθοῦν ἀπαντήσεις. Καὶ τὶς ἀπαντήσεις τὶς ἔχει φυσικὰ ἡ θεολογία, ὄχι ἡ ἠθικολογία.

Μᾶς ἔβγαλαν ἀπὸ τὰ σχολεῖα, δὲν μποροῦμε πλέον νὰ πᾶμε στὶς αἴθουσες γιὰ ἐξομολόγηση. Μήπως ὅμως καὶ ὁ πηγαιμός μας ἐκεῖ εἶχε λάβει ἐν πολλοῖς κάποιον μηχανιστικὸ χαρακτῆρα; Μήπως, θέλω νὰ πῶ, γινόταν μὲ ἕνα τρόπο ἀπρόσωπα θεσμικό, καταπιεστικὰ ἐθιμοτυπικό; Θὰ μοῦ πεῖτε: «Ἐμεῖς φταῖμε γιὰ ὅλα· δὲν ὑπάρχουν ἐξωγενεῖς παράγοντες;» Καθόλου δὲν θὰ διαφωνήσω σ’ αὐτό. Ὅμως, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλύτερα νὰ βλέπουμε τὰ δικά μας λάθη, τὴν εὐθύνη ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ; Ἐὰν κάπου, ἂς ποῦμε, εἶχε καταντήσει νὰ πηγαίνουμε κι ἐμεῖς στὰ σχολεῖα μιὰ - δυὸ φορὲς τὸν χρόνο, ἔτσι ὅπως μιὰ - δυὸ φορὲς πηγαίνει καὶ ὁ ὑδραυλικὸς ἢ ὁ ἠλεκτρολόγος γιὰ συντήρηση, ποιὸ τὸ νόημα; Συγχωρέστε μου τὴν ὑπερβολή. Θέλω νὰ πῶ ὅτι πολλὲς φορὲς ἡ ποιμαντική μας χάνει τὴν πάλλουσα ζωηρότητά της καὶ καταντᾶ πράξη μηχανική. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξομολόγηση, στὴν ὁποίαν τώρα ἀναφερόμαστε, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κεντρικό μας θέμα, εἶναι γενικώτερα ἡ ποιμαντική μας συμπεριφορά, ποὺ πολλὲς φορὲς γίνεται στεγνή, ξερὰ ἐπαγγελματική, θὰ ἔλεγε κανείς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ φαίνεται ἡ Ἐκκλησία τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦμε, ὡς ἕνας Ὀργανισμὸς Παροχῆς Θρησκευτικῶν Ὑπηρεσιῶν, κάτι σὰν Ληξιαρχεῖο ποὺ διεκπεραιώνει μία τυπικὴ ἀλληλογραφία. Καὶ πάλι ζητῶ συγγνώμη, διότι ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὅλα αὐτὰ φαντάζουν ἴσως ὡς ἐγγίζοντα τὰ ὅρια τῆς δεικτικότητος, ὅμως μὲ πόνο ψυχῆς τὰ λέω, διότι συμβαίνουν.

Γιὰ τὰ σχολεῖα καὶ τοὺς νέους, ποὺ ἀνέφερα πρίν, πιστεύω πὼς δὲν χάθηκε τίποτε, ἀρκεῖ νὰ ἀλλάξουμε τὸν τρόπο τῆς προσεγγίσεώς μας, νὰ πηγαίνουμε ἐκεῖ ὄχι ὡς ἐξουσίαν ἔχοντες, ἀλλὰ ἁπλά, σεμνὰ καὶ ταπεινά. Θὰ μπορούσαμε, ἐπὶ παραδείγματι, μιὰ μέρα νὰ πάρουμε λίγο ἄρτο ἀπὸ τὴν πανήγυρη, ἢ ἕνα πρόσφορο ἀπὸ τὴν λειτουργία τῆς ἴδιας ἢ τῆς προηγουμένης ἡμέρας, ἢ ἀκόμη μιὰ εἰκόνα, ἕνα βιβλίο, ἢ κάτι παρόμοιο καὶ νὰ τὸ πᾶμε ὡς εὐλογία στὸν διευθυντὴ καὶ στοὺς καθηγητὲς ἢ τοὺς δασκάλους. Ἀπὸ αὐτοὺς θὰ πρέπει νὰ ξεκινήσουμε καὶ δι’ αὐτῶν νὰ προσεγγίσουμε τὰ παιδιά. Ὁ Σεβασμιώτατος τὸ κάνει πρῶτος καὶ μᾶς δίνει ἕνα καλὸ παράδειγμα. Χρειάζεται ἕνας νέος τρόπος προσεγγίσεως. Γενικῶς μᾶς χρειάζεται ἕνας ἄλλος τρόπος προσεγγίσεως. Μᾶς χρειάζεται στὸν τομέα αὐτὸν ἕνας ἐπαναπροσδιορισμός, ἕνα format, ἂν θὰ μοῦ ἐπιτρέπατε νὰ χρησιμοποιήσω τὸν τεχνολογικὸ αὐτὸν ὅρο. Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει καὶ γίνονται ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε ἐμεῖς τὴν ταυτότητά μας. Ἴσως καὶ τὴν ἀφαίρεση τοῦ θρησκεύματος ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς ταυτότητες (κάτι ποὺ μᾶς πείραξε πολὺ τότε) τὸ ἐπέτρεψε, διότι ἔχουμε γίνει χριστιανοὶ μόνον στὴν ταυτότητα, στὸ θρήσκευμα — ὅμως ἐμεῖς δὲν εἴμαστε οὔτε θρήσκευμα οὔτε θρησκεία, οὔτε ἡ ταυτότητά μας προσδιορίζεται μόνον καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν νῦν πολιτεία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μέλλουσα, τὴν ἐν οὐρανοῖς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἔχουμε πολιτογραφηθεῖ μὲ τὴν βάπτισή μας.

Τοῦτο τὸ τελευταῖο, νομίζω, εἶναι καὶ τὸ κυριώτερο ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε, ἐν πρώτοις μέσα μας καὶ κατόπιν νὰ διδάξουμε οὕτω τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὸ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ξεκινήσουμε. Εἶναι Ὀργανισμὸς Παροχῆς Θρησκευτικῶν Ὑπηρεσιῶν, ὅπως εἶπα καὶ πρίν; Εἶναι ἕνας μεγάλος φιλανθρωπικὸς ὀργανισμός; Πολὺ «φοριέται» αὐτὸ στὶς ἡμέρες μας. Ὅλοι μιλοῦν μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ κάτι ἄλλο, τὴν κατακεραυνώνουν. Πόσο εὔκολο εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ νὰ μετατρέψουμε τὴν ἐκκλησιολογία μας σὲ κοινωνιολογία, ὅπως ἔγινε στὴν Δύση! Ποιὰ ταυτότητα λοιπὸν ἐκκλησιαστικὴ θὰ δείξουμε στὸν κόσμο; Τί εἶναι, θὰ ποῦμε, ἡ Ἐκκλησία; Ἠθικοπλαστικὸ σχολεῖο, ὅπως πολλοὶ πιστεύουν; Μήπως σκοπός της εἶναι νὰ δώσει στὴν κοινωνία χρηστοὺς καὶ εὐυπόληπτους πολίτες; Ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς λεγομένους «καθαρούς»; Οἱ ἁμαρτωλοὶ ἔχουν θέση σ’ αὐτήν; Καὶ ποιὸ τὸ κριτήριο τῆς ἁμαρτωλότητος; Εἶναι μόνον αὐτὰ ποὺ φαίνονται, ἁμαρτίες; Μήπως ὑπάρχουν καὶ ἄλλες, ποὺ δὲν φαίνονται; Καὶ ἐν τέλει ἅγιος ποιὸς εἶναι; Ὁ ἠθικὰ τέλειος; Καὶ τότε πῶς δὲν ὑπάρχουν ἅγιοι καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες; — διότι, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ὑπάρχουν. Ἀλλὰ τί; Φτάνει κανεὶς στὴν ἁγιότητα μόνος του; Καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τότε, τί χρειάζεται; Γιατί ἦλθε καὶ βασανίσθηκε τόσο· γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν ἀγάπη; Μὰ ἀπὸ ἠθικολογία καὶ ἀγαπολογία εἶχε χορτάσει ἡ ἀνθρωπότης καὶ πάμπολλα ἠθικὰ πρότυπα εἶχε, δὲν θὰ τῆς χρειαζόταν ἀκόμη ἕνα. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἠθικὸ πρότυπο, ἀλλὰ λυτρωτὴς ἐν πρώτοις καὶ σωτήρ. Εἶναι αὐτὸς ποὺ θεραπεύει τὴν φύση μας καὶ μᾶς ζωοποιεῖ.

Τί στίγμα λοιπὸν θὰ δώσουμε σήμερα στὸν κόσμο γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὸ εἶναι τὸ DNA της θὰ ποῦμε; Ἐπιμένω σ’ αὐτό, διότι θεωρῶ πὼς εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἴσως τὸ πιὸ σχετικὸ μὲ τὸ θέμα μας. Διότι, πέραν τοῦ ὅτι κάποιοι μπορεῖ νὰ θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία ὡς σύστημα ἰδεολογικό, φιλοσοφικό, μιὰ ἀνθρώπινη κοσμοθεωρία, μὲ ἐνδοκοσμικὰ ὁράματα· ἢ ἀκόμη ἕνα σύστημα δογματικό, ὁμολογιακὸ (ὁμολογία πίστεως), καὶ τὰ μέλη της ὡς ὁμοϊδεάτες, ποὺ ἔχουν ὑπογράψει κάποιο μανιφέστο ἰδεῶν, μία «Χάρταν πίστεως» (κυκλοφόρησε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια κάτι παρόμοιο)· πέραν ὅλων αὐτῶν, λέγω, κάποιοι δίνουν τὴν ἐντύπωση πὼς μέσα στὴν Ἐκκλησία (καὶ κυρίως διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως) λύνονται ὅλα τὰ προβλήματα.

Ἐπικρατεῖ ἔντονα σήμερα μία τάση ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν ψυχολογικοποίηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ἴσως νὰ μὴ χρησιμοποιοῦν σωστὰ τὸν ὅρο αὐτόν, ὅμως ἐπιτρέψτε ἐδῶ νὰ τὸν δεχθοῦμε ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ψυχολογικῆς τάσεως (περὶ συνδρόμου πρόκειται), ποὺ ἀδιαμφισβήτητα ὑπάρχει μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο τῶν ψυχῶν, δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανεὶς αὐτὸ — ἂν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέπατε νὰ πῶ ὅτι γιὰ μένα θεραπευτὴς τῶν ψυχῶν δὲν εἶναι ὁ πνευματικός, ἀλλὰ ὁ ψυχίατρος· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ψυχολόγοι, ἀλλὰ «πνευματολόγοι»· τοῦτο ὅμως θέλει ἀνάπτυξη, ἐξήγηση καὶ συζήτηση ποὺ ἴσως δοθεῖ στὴν συνέχεια ἡ εὐκαιρία νὰ κάνουμε. Πάντως καὶ ἐδῶ διαγράφονται πολλοὶ κίνδυνοι. Ἂν κάποιοι ἀναζητοῦν τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἄσκηση καὶ τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παθῶν (χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς ἢ ψυχολογικῆς τάσεως ποὺ ἀναφέραμε πρίν), πλανῶνται. Δὲν εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὴν κάνει νὰ διακρίνεται καθοριστικά. Ἀσκήσεις καὶ ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παθῶν θὰ βροῦμε καὶ ἐκτὸς Ἐκκλησίας — σὲ κάποιες θρησκεῖες μάλιστα ἢ παραθρησκευτικὲς ὁμάδες αὐτὰ ἔχουν πολὺ πιὸ ἔντονο χαρακτῆρα. Ἴσως εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας λόγος ποὺ πολλοὶ καταφεύγουν σήμερα στοὺς γκουρού. Ἂν ἐμεῖς δίνουμε, ἔστω καὶ κατ’ ὀλίγον, ἕνα τέτοιο στίγμα, θὰ βροῦν κάπου καλύτερα — κάπου ποὺ αὐτὸ γίνεται μὲ καλύτερο τρόπο. Ὅταν τὸ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κάθε πτυχή της δὲν νοηματοδοτεῖται καὶ δὲν φωτίζεται ἀπὸ τὸ μυστήριον τῆς θείας εὐχαριστίας, τὸ ὁποῖον καὶ προσδιορίζει ἐξόχως τὴν ταυτότητά της, ἀποκαλύπτει τὴν οὐσία της· ὅταν κέντρο της δὲν εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ὡς προεστὼς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ, ἀλλὰ γίνεται ὁ «γέροντας», ποὺ πολλὲς φορὲς (συγχωρέστε με) μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ καὶ ὡς γκουρού, τότε ὁποῖος ἀποπροσανατολισμός! Ὁ «γεροντισμὸς» δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπὸ τὸν γκουρουϊσμό. Δημιουργεῖ κακέκτυπα ἀντίγραφα τὸ γέροντος, «παπαδημητράκια», «παπαγεωργάκια», «παπακυριλλάκια», «παπατιμοθεάκια» (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω καὶ κανένα μοναχικὸ ὄνομα), καὶ ὄχι ἐλεύθερους ἀνθρώπους, ὄχι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὁδηγεῖ στὴν υἱοθεσία, ἀλλὰ στὴν χειραγωγία. Ποιὸς ὅμως μᾶς εἶπε ὅτι εἴμαστε ἰνστρούχτορες τοῦ πνεύματος καὶ ἔχουμε δικαίωμα νὰ ποδηγετοῦμε τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, δίκην κομματικῶν καθοδηγητῶν; «Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως», γράφει πρὸς τοὺς Κορινθίους ὁ ἀπ. Παῦλος, «ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν»[12]. Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ ἀναφέρει τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἀποστόλου στοὺς περὶ ἱερωσύνης λόγους του, γράφει μεταξὺ ἄλλων: «Μάλιστα μὲν γὰρ ἁπάντων Χριστιανοῖς οὐκ ἐφεῖται πρὸς βίαν ἐπανορθοῦν τὰ τῶν ἁμαρτανόντων πταίσματα»[13]. Περισσότερο, δηλαδή, ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους στοὺς Χριστιανοὺς δὲν ἁρμόζει νὰ διορθώνουν τὰ πταίσματα τῶν ἁμαρτωλῶν διὰ τῆς βίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς δὲν θὰ πρέπει οὔτε κἂν ὁδηγοὶ τῶν ἀνθρώπων νὰ αἰσθανόμαστε, ἀλλ’ ἁπλῶς συνοδοιπόροι στὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες τους. Τὸν Χριστὸ θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὄχι ἐμᾶς. Ἂς προσέξουμε, μήπως καὶ ἐμπόδιο καμμιὰ φορὰ γινόμαστε στὸν δρόμο τους, μήπως καὶ τοὺς κρύβουμε τὸν ἥλιο.

Ὁ ἀγῶνας ἐναντίον τῶν παθῶν λοιπὸν καλὸς εἶναι, ὅπως καλὴ εἶναι καὶ ἡ ψυχικὴ ἀνάπαυση, ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ ψυχολογικοῦ ἀτομισμοῦ (νὰ εἶμαι ἐγὼ καλά, νὰ «ἀναπαύομαι») ἢ τῆς ψυχολογικῆς ἐμπειρίας ἀκόμη, καθὼς ὡρισμένοι ἀντιλαμβάνονται μὲ ἀποκρυφιστικὸ τρόπο τὴν πνευματικὴ ζωή. Τοῦτο τὸ τελευταῖο μάλιστα φθάνει σήμερα μέχρι τοῦ σημείου νὰ κάνουν κάποιοι ἀκόμη καὶ διαλογισμὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς θ. λατρείας! Καθόλου παράξενο ὅμως, ἐφόσον ἀναζητοῦν «μεταφυσικὲς» ἐμπειρίες μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸ δὲ πνεῦμα τῆς λεγομένης Νέας Ἐποχῆς τοὺς ἔχει διδάξει ὅτι ὅλα μποροῦν νὰ συνδυασθοῦν, μὲ τὸν χριστιανισμὸ ἰδιαίτερα, τὸν ὁποῖον ὅλες ἀνεξαιρέτως οἱ σύγχρονες δοξασίες ἕλκουν ἑρμηνευτικῶς πρὸς τὸ μέρος τους (ὁ χριστιανισμὸς πλέον ...πάει μὲ ὅλα). Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται νὰ πᾶμε τόσο μακριά. Ἡ μετάλλαξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους σὲ θρησκευτικὸ γεγονός, καταγράφεται ἀκόμη καὶ σὲ καθημερινὲς ἐκδηλώσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Δὲν εἴδατε ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι καὶ στὴν ἐξομολόγηση, ἀλλὰ καὶ στὴν θεία κοινωνία ἀκόμη προσέρχονται ὡς ἄτομα καὶ ὄχι ὡς μέλη τοῦ σώματος; Πολλὲς φορὲς στὴν ἐξομολόγηση μαλώνουν μεταξύ τους γιὰ τὸ ποιὸς θὰ πάρει τὴν σειρά, σὰν νὰ εἶναι στὸν ὀδοντίατρο. Ἀλλὰ καὶ στὴν θεία κοινωνία, τὸ ἴδιο. Ἔφθασε κάποτε μία γυναῖκα νὰ πεῖ: «Κάτσε νὰ μεταλάβω πρῶτα καὶ θὰ σοῦ δείξω ἐγὼ μετά...»! Αὐτὸ δὲν εἶναι εὐχαριστιακὸ ἦθος, ἀλλὰ θρησκευτικὸς ἀτομισμός. Τὸ ἀτομικῶς θρησκεύειν ὅμως εἶναι ἀλλότριον τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας. Ἐμεῖς δὲν θρησκεύουμε, δὲν εἴμαστε θρῆσκοι, θρησκευτικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικοί. Οὔτε ὡς ἀτομικὸ οὔτε ὡς ἀποκρυφιστικό, τοὐτέστιν μαγικὸ γεγονὸς ἀντιλαμβανόμαστε τὴν πίστη καὶ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ἐθισμένος στὸν κομφορμισμὸ καὶ τὸν αὐτοματισμό, ἀναζητεῖ παντοῦ καὶ σὲ ὅλα αὐτόματες, μαγικὲς λύσεις. Γι’ αὐτὸ ἔρχονται καὶ μᾶς ζητοῦν νὰ τοὺς διαβάσουμε ἐξορκισμοὺς μὲ τὸ παραμικρό. Θέλουν γρήγορες λύσεις, ἄμεσα ἀποτελέσματα. Μερικοὶ ἐξ ἡμῶν ὑποκύπτουν σ’ αὐτὸν τὸν πειρασμὸ καὶ διαβάζουν ἐξορκισμοὺς μὲ τὸ παραμικρό. Δὲν κάθονται νὰ ἐξηγήσουν στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἐξορκισμοὺς διαβάζει ἡ Ἐκκλησία πρὶν ἀπὸ τὴν βάπτιση καὶ σὲ ἄλλες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ὅπως αὐτὲς τοῦ δαιμονισμοῦ· καὶ ὅτι ὅλοι εἴμαστε μὲν δαιμονόπληκτοι, ὄχι ὅμως (Θεὸς φυλάξοι!) καὶ δαιμονισμένοι. Καθόσον, ἄλλο νὰ πλήττει κάποιον ὁ ἐχθρὸς καὶ ἄλλο νὰ μπεῖ μέσα του. Ἄλλο εἶναι ἡ πολιορκία καὶ ἄλλο ἡ κατοχή. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσουμε στοὺς ἀνθρώπους σήμερα νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν λύνει τὰ προβλήματα μὲ τρόπο μαγικό. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἀγῶνας, ἄεθλος[14], ὅπως θὰ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ποιητές μας. Στὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε ὡς σύμμαχο τὴν πιὸ καταφρονεμένη ἀπὸ τὶς ἀρετές, τὴν ὑπομονή.

Ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα ἄλλον συναφῆ τομέα, ὅπου πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμη χειρότερα, χρειάζεται ἀγῶνας. Ἀναφέρομαι στὴν ἄκριτη μεταφορὰ δεδομένων τῆς μοναχικῆς ζωῆς στὸν κόσμο. Ἐδῶ καὶ δεκαετίες, μαζὶ μὲ τὴν στροφὴ τῆς θεολογίας μας πρὸς τοὺς πατέρες καὶ τὴν ἀπαγκίστρωσή της ἀπὸ τὸν δυτικὸ σχολαστικισμό, ζήσαμε μία ἐποχὴ φιλοκαλικῆς ἀναγεννήσεως. Αὐτὸ ἦταν πολὺ σπουδαῖο. Μεταφέρθηκαν ὅμως συγχρόνως καὶ κατὰ τρόπον ἄκριτον δεδομένα τῆς μοναχικῆς πολιτείας μέσα στὸν κόσμο. Ἐτέθησαν φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων· ἐφαρμογὲς μοναχικῶν τυπικῶν καὶ κανόνων, ἀκολουθίες, κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.τ.λ., σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν εἶναι μοναχοί, ἀλλὰ ἀγωνίζονται μέσα στὸν κόσμο γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους, νὰ μεγαλώσουν τὰ παιδιά τους. Φορτώθηκαν μὲ ἐνοχὲς καὶ τύψεις, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν χαρὰ μεγάλη μέσα τους, τὴν χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὅτι εἶναι συνειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ταξιδιῶτες στὸ καράβι τῆς ἀψευδοῦς ἐλπίδος. Στὸ τέλος τοὺς ἔγινε μισητὴ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἄγχος ἡ προσευχή. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἡ προσευχὴ καταντήσει ἄγχος, τότε πόσον τὸ ἄγχος[15]! Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ π. Παΐσιος, ὁ σύγχρονος ἅγιός μας, ἀποκαλοῦσε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοὺς πνευματικούς, ἐγκληματίες. Μετὰ πάλι, μιὰ φοβερὴ μανία ἀποστροφῆς πρὸς τὸ γεννετήσιο. Μιὰ φοβία, θὰ ἔλεγε κανείς, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖ τὸν πνευματικὸ ἀπὸ πατέρας νὰ γίνεται ὁ big brother ποὺ ἐποπτεύει τὴν κρεββατοκάμαρα τοῦ ζευγαριοῦ. Ἂν αὐτὸς ὅμως εἶναι ὁ ρόλος μας, τότε θὰ πρέπει νὰ ἔρχονται τὰ ζευγάρια κάθε πρώτη τοῦ μηνὸς νὰ τοὺς βγάζουμε πρόγραμμα! Καταντᾶ γελοῖο τὸ πρᾶγμα (συγχωρέστε με), ἀλλὰ γελοία εἶναι ἡ ἀφετηρία του. Καὶ μπορεῖ ἴσως νὰ μὴ φθάνει ποτὲ κανεὶς σὲ τέτοιο βαθμὸ ἀστειότητος, ὅμως ἕνα πνεῦμα μηχανιστικὸ ἐπικρατεῖ ἐν πολλοῖς, σὲ μεμονωμένα ἔστω ἄτομα ἢ σὲ κύκλους ἐκκλησιαστικούς. Διότι, τί ἄλλο ἀντανακλοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ ἐρωτήσεις τοῦ τύπου: «Πάτερ, κάθε πόσο νὰ κοινωνάω; Μιὰ φορὰ τὸν μῆνα, κάθε 40 μέρες εἶναι καλά;» Ἤ, ὑπὸ τὴν ὤθηση ποίας λογικῆς κατασκευάζονται οἱ περίφημοι ἐκεῖνοι ὁδηγοὶ ἐξομολογήσεως, μὲ τὰ 72 ἄλλοτε, τὰ 114 τὴν ἄλλη, ἢ δὲν ξέρω ’γὼ πόσα ἄλλα ἁμαρτήματα; — λὲς καὶ ἡ ἁμαρτία, ἢ ἡ πνευματικότης, εἶναι μετρήσιμα μεγέθη, ζυγίζονται, ἀριθμοῦνται, ὁρίζονται. Ἂν ἦταν ἔτσι, ἂν ἡ ἁμαρτία χωροῦσε μέσα σὲ ἕνα «ἁμαρτολόγιο», θὰ ἐξομολογούσαμε καὶ μέσῳ e-mail. Ὅμως δὲν πρόκειται περὶ πράξεως λογιστικῆς, οὔτε βέβαια περὶ ἀνακρίσεως ἢ δικαστηρίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ψυχανάλυση, ὅπως κάποιοι νομίζουν. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι μυστήριον. Λειτουργεῖ ὑπὲρ νοῦν καὶ ἔννοιαν. Ἐνεργεῖ παντοιοτρόπως. Δὲν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Εἶναι μυστήριον καὶ τὰ μυστήρια δὲν τελειώνουν μὲ τὸ δι’ εὐχῶν. Ἐνεργοῦν διαρκῶς καὶ μεταμορφώνουν μυστικῶς τὴν ζωή μας.

Ἡ σημερινὴ ἐποχὴ εἶναι μιὰ ἐποχὴ δύσκολη. Εἶναι ὅμως πλούσια σὲ ποιμαντικὲς εὐκαιρίες. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς χρειάζεται πάνω ἀπ’ ὅλα, πιστεύω, εἶναι τὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ τῆς θεολογίας. Δὲν λέω γιὰ τὸ παράδειγμα, τὸ παραδειγματίζειν. Τὸ θεωρῶ αὐτονόητο. Ὅμως, εἴμαστε πνευματικοί, εἴμαστε ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ. Ὀφείλουμε καὶ νὰ ποιήσουμε καὶ νὰ διδάξουμε, κατὰ τὸ λόγιον τοῦ Κυρίου[16]. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ὑπογραμμίσθηκε καὶ ἀπὸ ἄλλους κατὰ τὶς προηγούμενες συναντήσεις μας. Ἂν δὲν ἔχουμε ὡς βάση τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, καμμία ποιμαντικὴ δὲν μποροῦμε νὰ ἀσκήσουμε. Νὰ διευκρινίσω ὅμως κάτι. Ὅταν λέω θεολογία, δὲν ἐννοῶ ὁπωσδήποτε τὴν ἀκαδημαϊκή. Ἂς μὴ στενοχωροῦνται καὶ τόσο ὅσοι δὲν κατέχουν πτυχία καὶ περγαμηνὲς θεολογικές. Εἶμαι ὑπέρμαχος τῶν θεολογικῶν σπουδῶν, ὅμως εἶμαι βέβαιος πὼς καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν πτυχία καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν, ἂν δὲν ἐντρυφήσουν στὶς Γραφές, στὸ Ψαλτήρι, στὴν Παρακλητική, στὸ Μηναῖον, στὰ Συναξάρια, στὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων, στεγνοὶ θὰ παραμείνουν, ἄμοιροι καὶ ἄγευστοι θεολογικῆς παιδείας. Θὰ εἶναι σὰν ἐκείνους ποὺ ἔμαθαν ψαλτικὴ στὰ ᾠδεῖα καὶ δὲν ἀνέβηκαν ποτὲ στὸ ἀναλόγιο. Οἱ ἱερεῖς τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν εἶχαν πτυχία, ὅμως ἀθεολόγητοι δὲν ἦσαν· ὅπως καὶ οἱ σύγχρονοί μας ἅγιοι Πορφύριος, Παΐσιος, γέρων Ἰάκωβος καὶ ἄλλοι. Τοὺς ἀθεολόγητους, τοὺς ἀνέραστους καὶ τοὺς ἀνέστιους ἐγὼ τοὺς θεωρῶ ἐπικίνδυνους. Ἐὰν ἔξωθεν τῆς πλατωνικῆς Ἀκαδημίας ὑπῆρχε ἡ ἐπιγραφή «ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», τὸ ἴδιο θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία· ἀθεολόγητος μηδεὶς εἰσίτω: κανεὶς νὰ μὴν εἰσέρχεται. Ἡ ἀθεολόγητη ποιμαντικὴ ταΐζει μιὰ ζωὴ τοὺς πιστοὺς γαλατάκι (ἐνίοτε καὶ μὲ τὸ biberon), μεγαλώνοντας ἔτσι ἀτροφικοὺς χριστιανοὺς (νὰ τὸ πῶ λίγο ἐπὶ τὸ λαϊκώτερον· θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε; — τούρκικη ἡ ρίζα τῆς λέξεως), μπουνταλάδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀνθρώπους ποὺ δὲν μποροῦν νὰ διαχειρισθοῦν οὔτε τὰ στοιχειώδη.

Ἔχοντας πάρει διαζύγιο ἀπὸ τὴν θεολογία, τὸν ζείδωρον ἄρτον, δὲν μποροῦμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν σύγχρονη πραγματικότητα, τὴν τόσο ἀπαιτητική. Ἔχουμε νεοειδωλολάτρες σήμερα, νεοπαγανιστές. Τοὺς θεωροῦμε γραφικούς. Εἶναι κάτι παραπάνω ὅμως. Θὰ μᾶς πεῖ ἕνας ἀπὸ αὐτούς· «Ἐσεῖς οἱ χριστιανοὶ εὐθύνεστε γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ περιβάλλοντος, ἐμεῖς λατρεύουμε τὴν φύση καὶ δὲν τὴν καταστρέφουμε». Ἤ, τὸ γνωστό· «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μυθολογία τῶν Ἑβραίων». Τί θὰ τοῦ ἀπαντήσουμε; Ἢ μήπως θὰ τοῦ κλείσουμε ἑρμητικὰ τὴν πόρτα, ὅπως συχνὰ γίνεται; Θὰ τὸν ἀντιμετωπίσουμε μὲ τὸν διάλογο ἢ μὲ τὶς γροθιές; ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Γ. Σεφέρης; — δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῆς γροθιᾶς, ἔλεγε, ἀλλὰ τοῦ διαλόγου. Καὶ ἐμεῖς βέβαια δὲν χρησιμοποιοῦμε τὶς γροθιές, ὅμως πολλὲς φορὲς οἱ ἀναθεματισμοί, οἱ ἀφορισμοί, οἱ ἄναρθρες κραυγὲς καὶ οἱ ἄλλες γνωστὲς ἀτάκες τοῦ τύπου «εἶσαι δαιμονισμένος, δὲν ξέρεις τί σοῦ γίνεται, δὲν ξέρεις τί λές», συνθέτουν εἰκόνες χειρότερες ἀπὸ τὰ γρονθοκοπήματα καὶ τὶς ἄλλες ἀσχήμιες.

Τί ἀπάντηση θὰ δώσουμε στὰ λεγόμενα βιοηθικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν τὴν ποιμαντική μας «στὸ κόκκινο», σὲ ὁριακὰ δηλαδὴ σημεῖα; Ἢ μήπως θὰ κλείσουμε τὰ μάτια μπροστὰ στὶς σημαντικὲς ἀνακαλύψεις καὶ τὰ πρωτόγνωρα ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστήμης, στὸν τομέα ἰδιαίτερα τῆς βιολογίας καὶ τῆς γενετικῆς; Δὲν θέλω νὰ πιστεύω πὼς μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θεωροῦν δαιμονικὰ τὰ ἐπιτεύγματα αὐτά, ἀδυνατῶντας νὰ κατανοήσουν ὅτι εἶναι ἄλλο ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση καὶ ἄλλο ἡ ἐφαρμογή της. Ἔτσι ὅμως καταστρατηγεῖται βάναυσα ἡ πρωταρχική, θεμελιώδης καὶ ρωμαλέα γνωσιολογικὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, τὴν ὁποία κάνει ἡ πατερική μας θεολογία, καθὼς καὶ ἡ συνακόλουθη διπλὴ μεθοδολογία τῶν Ἑλλήνων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν διαβόητη «σύγχυση ἐπιστήμης καὶ θρησκείας», σύγχυση ποὺ ἔλαβε χώρα στὴν Δύση μὲ ἐπιπτώσεις ὀλέθριες μέχρι σήμερα.

Ἀλλὰ καὶ στὰ καθημερινὰ καὶ συνήθη, ἂς τὸ πῶ ἔτσι, θέματα τῆς διακονίας μας, τί στάση θὰ κρατήσουμε; Π.χ. στὴν βάπτιση. Σήμερα ἔγινε τόσο περίπλοκο αὐτὸ τὸ θέμα, ποὺ χρειαζόμαστε δικηγόρο γιὰ νὰ μὴν πᾶμε φυλακή. Γονεῖς χωρισμένοι, παρένθετες μητέρες, ἀνάδοχοι ὑπὸ ἀμφισβήτηση καὶ ἄλλα πολλὰ συνθέτουν εἰκόνες πρωτόγνωρες. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ διατηρήσει κανεὶς τὴν ποιμαντική του ἀκεραιότητα, νὰ μὴ παρασυρθεῖ σὲ συμπεριφορὲς ληξιαρχικές, νὰ μὴ χάσει τὴν εἰκόνα ἀλλὰ καὶ τὴν οὐσία τῆς πατρότητος!

Διότι, τί εἴμαστε πρῶτα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα; Πατέρες. «Πάτερ» εἶναι τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς προσφωνεῖ ἀκόμη ὁ λαός. Καὶ θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ χαρούμενοι γι’ αὐτό· εἶναι τιμή μας καὶ θὰ πρέπει νὰ τοὺς εὐχαριστοῦμε. Δὲν εἶναι αὐτονόητο — τίποτε δὲν εἶναι αὐτονόητο πλέον· τὸ κάθε τι πρέπει νὰ τὸ ξανακερδίσει κανείς, νὰ τὸ κατακτήσει ἐκ νέου. Καμμιὰ φορά, ἂν ἔλθει κανεὶς στὸ γραφεῖο μου καὶ δὲν μοῦ ἐπιτρέψει ἡ πολυάσχολος καθημερινότης καὶ ἡ διοικητικὴ μέριμνα νὰ τοῦ μιλήσω ὅπως θὰ ἤθελα, ὅταν φεύγει, λέω στὸν ἑαυτό μου: «Αὐτὸς θὰ ἐρχόταν νὰ ἐξομοληγηθεῖ σὲ σένα, ἔτσι ὅπως τοῦ μίλησες; Ὄχι! Ἆρα, τὸ ἔχασες τὸ παιχνίδι». Μπορεῖ κάποιος νὰ ἔχει χαρίσματα πολλά, γνώσεις, κατάρτιση, ἐκκλησιαστικὴ παιδεία· μπορεῖ νὰ εἶναι σπουδαῖος ἱεροκήρυξ, δεινὸς διδάσκαλος, ἄρτιος λειτουργός, ἐγκρατὴς τῆς ψαλτικῆς τέχνης, καλλίφωνος καὶ ἄλλα πολλά. Ἂν δὲν εἶναι πατέρας τῶν ἀνθρώπων, ποιὸ τὸ ὄφελος; Ἐκεῖνο ποὺ θὰ πρέπει πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ φυλάξουμε εἶναι αὐτὴ ἡ πατρότης· ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ Πνευματικοί. Δὲν εἴμαστε ἁπλῶς ἐξομολόγοι, εἴμαστε κάτι σπουδαιότερο, Πνευματικοί. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἔγγραφος εὐλογία τὴν ὁποίαν ἔχουμε προκειμένου νὰ ἐξομολογοῦμε, ὀνομάζεται πιττάκιον πνευματικῆς πατρότητος, μᾶς ἀναθέτει δὲ αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Τί σημαίνει Πνευματικός; Σημαίνει Πνευματικὸς Πατήρ. Ὡς οὐσιαστικοποιημένο ἐπίθετο χρησιμοποιεῖται τὸ ὄνομα Πνευματικὸς στὴν δική μας περίπτωση. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐξομολόγου εἶναι πολὺ στενὴ καὶ ρηχή· ὅπως καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἐξομολογήσεως. Δὲν περιορίζεται τὸ μυστήριον στὴν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν, «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε»! Οὔτε πηγαίνουμε στὴν ἐξομολόγηση, κάθε Πάσχα καὶ Χριστούγεννα, γιὰ «νὰ καθαρίσουμε τὸ πιάτο», ὅπως κάποιοι συνηθίζουν νὰ λένε. Δὲν εἶναι πιάτο ἡ ψυχὴ καὶ δὲν εἶναι μηχανικῆς φύσεως διαδικασία ἡ κάθαρσή της. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀνακριτικὸ γραφεῖο εἶναι βέβαια τὸ ἐξομολογητήριο. Ἰατρικὴ κάνουμε ἐκεῖ μέσα, ὄχι δικαστήριο. Ἀκόμη καὶ τὰ ἐπιτίμια φάρμακα εἶναι καὶ ὄχι τιμωρίες δικανικοῦ τύπου, πρὸς ἱκανοποίησιν δῆθεν τῆς θείας δικαιοσύνης — θέση ποὺ συνιστᾶ ὅ,τι πιὸ βάρβαρο ἔχει ἀκουσθεῖ ποτὲ ἀπὸ χριστιανικὰ χείλη. Σ’ αὐτὸ τὸ ἰατρεῖο καὶ λάθη θὰ κάνουμε, ἐνίοτε πολὺ μεγάλα. Προσωπικὰ ἔχω κάνει πολλὰ λάθη, ἔχω πονέσει ἀνθρώπους, ἔχω ἐνεργήσει μὲ ἀνεπιτηδειότητα, ἔχω βάλει ἀδέξια τὸ φάρμακο πάνω στὴν πληγή, ἔχω ξεχάσει «νυστέρια» καὶ «ψαλίδια» μετὰ ἀπὸ «χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις». Ὅμως, τὸ προτιμῶ ἀπὸ τὸ νὰ ταμπουρώνομαι ἀπὸ φόβο καὶ χάριν εὐκολίας πίσω ἀπὸ τοὺς κανόνες καὶ νὰ δίνω συνταγολόγια στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ποιμαντικὴ εἶναι ἡ τέχνη τῶν τεχνῶν καὶ ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν, δὲν εἶναι ὁδηγίες πρὸς ναυτιλομένους. Θὰ τὰ βροῦν μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι, θὰ βροῦν τὴν σεμνότητα, τὸ μέτρο, τὸ ἦθος, ὅταν ἐμεῖς τοὺς δείξουμε τὸν Θεό, ὄχι μέσα ἀπὸ ἕνα τρόπο σκέψεως βέβαια, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ ἕνα τρόπο σχέσεως. Ἀλλιῶς, θὰ πέσουμε στὴν περιπτωσιολογία, θὰ ἀπονεκρωθοῦμε, στοιχούμενοι πρὸς τὸ γράμμα, καὶ ὄχι πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Θὰ ἰσοπεδώσουμε, ἀντὶ νὰ ἐξατομικεύσουμε. Οἱ κανόνες εἶναι καλοί, ἀλλὰ ἔγιναν γιὰ μᾶς, ὄχι ἐμεῖς γιὰ τοὺς κανόνες. Γι’ αὐτὸ καὶ εἴμαστε ἐμεῖς αὐτοὶ ποὺ τοὺς οἰκονομοῦμε, χωρὶς φυσικὰ νὰ τοὺς καταργοῦμε. Ὁ τροχονόμος, ὅταν στέκεται στὸ φανάρι καὶ λέει περᾶστε μὲ κόκκινο, δὲν καταργεῖ τὸν νόμο, ἀλλὰ τὸν οἰκονομεῖ, πρὸς χάριν τῆς εὔρρυθμης κυκλοφορίας. Ὁ κανὼν εἶναι καλὸς γιὰ νὰ μοῦ δείξει τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, ἡ οἰκονομία γιὰ νὰ μοῦ δείξει τὸ μέγεθος τοῦ θείου ἐλέους. Ὅμως, γι’ αὐτὰ θὰ μᾶς μιλήσει ἀργότερα ὁ π. Κυριακός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναπτύξει καὶ τὸ σχετικὸ θέμα. Θὰ πῶ μόνον τοῦτο, ποὺ σχετίζεται ἄμεσα καὶ μὲ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ αὐτὴν τὴν στιγμή. Στὴν ἐποχή μας πολλοὶ ἄνθρωποι ἀδυνατοῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἁμαρτία, τὸ τί εἶναι ἐφάμαρτο. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὀλέθριο, διότι ἐὰν κανεὶς δὲν συναισθανθεῖ ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι ἁμαρτία, πῶς θὰ ζητήσει τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Ἂν δὲν γνωρίζει ὅτι εἶναι ἄρρωστος, πῶς θὰ προσφύγει στὸν ἰατρό; Ὁ ρόλος τοῦ νόμου αὐτὸς εἶναι, νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἐπίγνωση καὶ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, ὥστε νὰ κράξουμε πρὸς τὸν σωτῆρα καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρη του. Εἶναι παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν. Ἐάν, ἐπὶ παραδείγματι, κάποιος δὲν πιστεύει ὅτι ἡ ἔκτρωση εἶναι ἀφαίρεση ζωῆς, (διότι δῆθεν ἡ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν 14η ἡμέρα — κάτι ποὺ οὔτε ἡ ἐπιστήμη πλέον δέχεται, ἀφοῦ ἀποκαλεῖ τὸ πρῶτο ζυγωτικὸ ἤδη ἔμβρυο), αὐτὸς πῶς νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Αὐτὸν πῶς θὰ τὸν οἰκονομήσουμε; Διότι ἐδῶ δὲν μιλᾶμε ἁπλῶς γιὰ ἁμαρτία, ἀλλὰ γιὰ αἵρεση. Αὐτὸ δὲν οἰκονομεῖται. Εἶναι καταστροφικὸ καὶ ὀλέθριο, διαστρέβλωση τῆς ἀληθείας· γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ὀνόμασα αἵρεση — κατὰ διαστολὴν ἴσως τοῦ ὅρου.

Θὰ συνοψίσω· διότι εἶπα πολὺ περισσότερα ἀπ’ ὅσα ὑπολόγιζα. Ξέφυγα ἀπὸ τὸν ἐπιθυμητὸ γιὰ μένα χρόνο τῶν 30΄ - 35΄ λεπτῶν τῆς ὥρας Δὲν θέλησα ὅμως νὰ ἀφαιρέσω κάποιες ἀπὸ τὶς σκέψεις αὐτές, τὶς χρήσιμες, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, οἱ ὁποῖες αὐθόρμητα ξεδιπλώθηκαν πάνω σὲ τοῦτο τὸ χαρτί. Τὸ μόνο ποὺ ἔκανα ἦταν, ὅση δύναμις, καὶ ὅσον ὁ χρόνος τὸ ἐπέτρεψε, νὰ τὶς ἐπεξεργασθῶ. Καὶ αὐτὸ μὲ κύριο σκοπὸ τὴν σύμπτυξή τους, γιὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω εἰσερχόμενος σὲ λεπτομέρειες.

Συνοψίζοντας λοιπὸν — ὄχι ἀνακεφαλαιώνοντας — θὰ ἔλεγα ὅτι γιὰ νὰ πάρει τὸ μυστήριον τῆς ἐξομολογήσεως στὴν σύγχρονη πραγματικότητα τὴν θέση ποὺ τοῦ ἀξίζει, θὰ πρέπει ἐμεῖς οἱ πνευματικοὶ πατέρες, ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ νὰ ξεδιψάσουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ λαγαρό, ἄπεφθο καὶ ζωηρὸν ὕδωρ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ ἁγνὸ καὶ ἀνόθευτο, τὸ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ προσμίξεις, τὸ ἀποτοξινωμένο ἀπὸ τὰ δηλητήρια τοῦ ἠθικισμοῦ, τοῦ νομικισμοῦ καὶ τοῦ εὐσεβισμοῦ — καθὼς (καὶ δυστυχῶς) τὸ νεοελληνικὸ κρατίδιό μας δὲν σύρεται μόνον πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ αἰχμάλωτο στὸ ἅρμα τῆς Δύσεως (πρᾶγμα ποὺ κραυγαλέως πλέον ἀποκαλύπτεται ἐνώπιον ὅλων), ἀλλὰ ἔχει αἰχμαλωτισθεῖ καὶ στὴν δυτικότροπη θεολογία, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀλλοτρίωση τῆς καθαρᾶς καὶ γνησίας ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Ἐπειδὴ ὅμως σύνηθες τὸ φαινόμενο παλινωδίας καὶ παλινδρομήσεως ἐν ἡμῖν, ἂς προσέξουμε νὰ μὴν ὁδηγηθοῦμε ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Νὰ μὴ φθάσουμε δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἠθικισμὸ στὴν ἀνηθικότητα, ἀπὸ τὸν νομικισμὸ στὴν ἀμνηστία, ἀπὸ τὸν εὐσεβισμὸ στὴν ἀσέβεια.

Θὰ τελειώσω μὲ μία ἀδελφικὴ προτροπή· «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πάσιν ἀνθρώποις»[17]. Ὁ Κύριος ἔδωσε στὸν Πέτρο τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Δὲν τὰ ἔδωσε σὲ κάποιον ἄλλον, σὲ κάποιον ἀναμάρτητο, πολλῷ μᾶλλον σὲ κάποιον ἄγγελο. Τὰ ἔδωσε σὲ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, καὶ μάλιστα μεθ’ ὅρκου. Εἶναι σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε· Πέτρε, σ’ ἐσένα ποὺ ξέρεις ἀπὸ ἁμαρτία καὶ γεύθηκες τοὺς γλυκοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας, σ’ ἐσένα δίνω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας, γιὰ νὰ τοὺς βάλεις ὅλους μέσα, γιατὶ ἐγὼ θέλω ὅλοι νὰ σωθοῦν. Αὐτὰ τὰ κλειδιὰ εἶναι ἡ ἱερωσύνη μας, εἶναι τὸ πετραχήλι μας. Χωρὶς αὐτὰ δὲν ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ παραδείσου. Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός. Ἔτσι ἁγίασαν ὅλοι, καὶ ἁγιάζουν μέσα στὴν Ἐκκλησία μας.

Γι’ αὐτό, Σεβασμιώτατε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, κανεὶς νὰ μὴ γίνεται Πνευματικός, ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἔχει Πνευματικό. Ἡ τέχνη τοῦ ἐξομολογεῖν καὶ ἡ τέχνη τοῦ ἐξομολογεῖσθαι εἶναι ἀλληλένδετες καὶ βαίνουν παραλλήλως. Χωρὶς Πνευματικό, ὄχι μόνον Πνευματικοὶ δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε, ἀλλ’ οὔτε ἱερεῖς, οὔτε κἂν χριστιανοὶ μποροῦμε νὰ λεγόμαστε. Χωρὶς Πνευματικό, καμμία οὐσιαστικὴ πρόοδο δὲν μποροῦμε νὰ πετύχουμε στὴν ζωή μας. Μπορεῖ νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ αὐτὰ ποὺ κάνουμε προοδεύουμε πνευματικά, ὅτι διανύουμε χιλιόμετρα, ὅμως ἡ πορεία μας δὲν εἶναι γραμμική, γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας γυρίζουμε, ἔστω κι ἂν τρέχουμε μὲ πολλὰ χιλιόμετρα. Ὄχι μόνον δὲ θὰ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ ἔχει τὸν Πνευματικό του, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπακούει σ’ αὐτόν. Χωρὶς ὑπακοή, ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα ταξίδι στὰ τυφλά. Μὲ τὴν ὑπακοὴ τὸ ταξίδι γίνεται ὄμορφο, σίγουρο, ἀσφαλὲς καὶ εὐχάριστο.

Τόσο πολὺ τὸ πιστεύω αὐτό, ποὺ ἂν αὐτὴ τὴν στιγμὴ πέθαινα καὶ μοῦ ζητοῦσαν νὰ συνοψίσω σὲ δυὸ λόγια τὴν ὅποια ἐμπειρία ἔχω ὡς ἱερεὺς καὶ ὡς ἄνθρωπος, θὰ ἔλεγα·

Κάνε ὑπακοὴ στὸν Πνευματικό σου, γιὰ νὰ πᾶς στὸν παράδεισο μὲ κρουαζερόπλοιο!

Σᾶς εὐχαριστῶ.



[1] Ἄλλοι ἀποδίδουν τὰ λόγια αὐτὰ (τὴν εὐχὴ καλύτερα, ἐν ᾗ ἀπαντοῦν) εἰς τὸν ἅγιον Ἀναστάσιον τὸν Σιναΐτην.
[2] «Τὸ δ’ αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτὸν» (Ματθ. κζ΄ 44). «Καὶ οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτὸν» (Μάρκ. ιε΄ 32).
[3] Λουκ. κγ΄ 42.
[4] Ὡς ἀνωτέρω.
[5] Α΄ Ἰωάν. δ΄ 19.
[6] Α΄ Κορ. θ΄ 22.
[7] Α΄ Κορ. θ΄ 19.
[8] Α΄ Κορ. θ΄ 23.
[9] Α΄ Κορ. θ΄ 20-22.
[10] Ἐκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, Ἀθῆναι 1986.
[11] Ματθ. θ΄ 16-17. Πρβλ. Μάρκ. β΄ 21-22.
[12] Β΄ Κορ. α΄ 24.
[13] Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Περὶ Ἱερωσύνης, Λόγος Β΄, PG 48, 634 γ΄).
[14] Ὁ ἄεθλος (ἆθλος) ἐσήμαινε τὸν ἀγῶνα, ἐνῷ τὸ ἄεθλον (ἆθλον) τὸ βραβεῖον τοῦ ἀγῶνος, τὸ ἔπαθλον.
[15] Πρβλ. Ματθ. ϛ΄ 23.
[16] Ματθ. ε΄ 19.
[17] Φιλιπ. δ΄ 5.

φείλω μίαν ἀπάντηση σὲ ἐρώτημα ποὺ ἐτέθη περὶ τελέσεως δύο θείων λειτουργιῶν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ — ὡς καὶ εἰς ἄλλα συναφῆ πρὸς αὐτὸ ἐρωτήματα.

            Θὰ ξεκινήσω προσπαθῶντας νὰ προσεγγίσω τὸ πολὺ δύσκολο ἐρώτημα ποὺ ἔθεσε ὁ ἀγαπητός μου φίλος Εὐστάθιος.

            Μπορεῖ κάποιος νὰ μεταλαμβάνει τὸ πρωῒ τοῦ Μ. Σαββάτου καὶ νὰ μεταλαμβάνει καὶ στὴν Λειτουργία τῆς Λαμπρῆς τὸ ἴδιο βράδυ;

            Ἐν πρώτοις, ἀγαπητέ μου γιατρέ, θὰ δώσω ἐντελῶς ἀνενδοιάστως τὴν ἴδια ἀπάντηση ποὺ ἔδωσα ἐκ τοῦ προχείρου καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα αὐτό. Φυσικὰ καὶ μποροῦμε νὰ μεταλαμβάνουμε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὴν τὴν τάξη ἀκολουθεῖ. Ἡ ἀπάντηση δὲ αὐτὴ ἐπ’ οὐδενὶ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει.

            Ἂς ἐπιχειρήσουμε ὅμως μία βαθύτερη κατάδυση στὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἀσφαλῶς εἰς τὸ γεγονὸς τῆς τελέσεως δύο θείων λειτουργιῶν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ καὶ ἑορτῇ. Εἶναι δὲ πολὺ γόνιμος αὐτὸς ὁ προβληματισμὸς καὶ συνάμα παρήγορος, καθ’ ὅσον φανερώνει ζωτικότητα καὶ ἐνδιαφέρον. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἐμμονή, ὅπως ἀβασάνιστα ἴσως κάποιοι διατείνονται, οὔτε τυπολατρία ἢ σχολαστικισμὸ — μέχρις ἑνὸς σημείου βέβαια· διότι στ’ ἀλήθεια τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸν εὐσεβῆ προβληματισμὸ καὶ τὴν ἀποπνιξία μιᾶς ἀφόρητης σχολαστικότητος δὲν εἶναι πάντα σαφῆ καὶ εὐδιάκριτα.

            Πολὺ σωστὰ ἐπίσης εἶπε ὁ φίλος Στάθης ὅτι τὸ καθιερωμένο δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε καὶ σωστό. Πράγματι, πολλὰ ἔχουν ἀναθεωρηθεῖ καὶ διαρκῶς ἀναθεωροῦνται εἰς ὅλους γενικὰ τοὺς τομεῖς τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Μόνον τὰ δόγματα τῆς παναμώμου πίστεώς μας δὲν μποροῦν νὰ ἀναθεωρηθοῦν, καθ’ ὅσον ἀποτελοῦν ὅρια ἀμετακίνητα, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καλοῦνται καὶ ὅροι. Μποροῦν μόνον, καὶ πρέπει, διαρκῶς νὰ ἑρμηνεύονται, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσπαθείας κατανοήσεως τοῦ μηνύματός των εἰς τὸν παρόντα χρόνον.

            Ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι ἀκολουθία αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος. Μπορεῖ νὰ τελεσθεῖ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ χωρὶς ἀπαραίτητα νὰ συνδέεται μὲ κάποιαν ἄλλην ἀκολουθία (Ὄρθρο κ.λπ). Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ὑπάρχει ἀκολουθία προπαρασκευαστικὴ τῆς θείας λειτουργίας. Ἂν παρατηρήσει κανείς, θὰ διαπιστώσει ὅτι στὴν θεία λειτουργία, ὅταν, γιὰ παράδειγμα, λέμε «πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ», δὲν εἰσάγουμε χρονικὸ προσδιορισμό. Δὲν λέμε «τὴν ἑωθινὴν δέησιν» ἢ «τὴν ἑσπερινὴν δέησιν». Ἔχει λεχθεῖ πολὺ σωστὰ ὅτι «ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλ’ ἡ θ. λειτουργία ἐπὶ τοῦ χρόνου». Ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κατὰ συνέπειαν μπορεῖ νὰ κινεῖται, θὰ λέγαμε, σὲ μία κατάσταση ὑπερβατικὴ τοῦ χρόνου.

            Ὅμως στὴν πράξη αὐτὸ δὲν ἰσχύει. Ἡ παράδοση θέλει τὴν θεία λειτουργία νὰ τελεῖται σὲ κάποιες συγκεκριμένες ὧρες. Ρόλο ἀσφαλῶς σ’ αὐτὸ ἔπαιξε καὶ ἡ λεγομένη «εὐχαριστικὴ νηστεία». Ἔχει καθιερωθεῖ δηλαδὴ καὶ ἀποτελεῖ πλέον εὐσεβῆ παράδοση τὸ νὰ προσερχόμεθα νήστεις εἰς τὴν θείαν μετάληψιν. Θέλησε ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις νὰ προηγεῖται ἡ πνευματικὴ βρῶσις καὶ πόσις τῆς ὑλικῆς· καὶ ἂς παρεδόθη τὸ μυστήριον ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου: «καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν…».

            Καὶ ὅταν μὲν ἡ θεία λειτουργία τελεῖται κατὰ τὶς πρωϊνὲς ὧρες, σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες, ἡμέρες δηλαδὴ κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν νηστεύουμε (ἡμέρες ἑορτῶν, ἐπὶ παραδείγματι), τότε ἀρχίζει ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἀπὸ τὸ δεῖπνο ἢ τὸ μεσονύκτιο καὶ παρατείνεται μέχρι τὴν ὥρα τῆς θ. μεταλήψεως. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετὰ τὸ δεῖπνο ἢ ἔστω μετὰ τὸ μεσονύκτιο δὲν βάζουμε τίποτε πλέον στὸ στόμα μας, προκειμένου τὸ πρωῒ νὰ προσέλθουμε νήστεις στὴν θεία μετάληψη[1]. Στὴν περίπτωση αὐτὴ (τῆς μὴ νηστείας δηλαδὴ) ἡ θεία λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος (9 π.μ.–12 μ.) καὶ συνδέεται μὲ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου[2].

            Ὅταν δὲ ἡ θεία λειτουργία τελεῖται τὸ ἑσπέρας (κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, τότε δηλαδὴ ποὺ κανονικὰ παρατίθεται μία μόνον τράπεζα, ἕνα γεῦμα, κατὰ τὴν ἑνάτη ὥρα — τρεῖς τὸ μεσημέρι γιὰ ἐμᾶς), ἡ θεία λειτουργία συνδέεται μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ παρατίθεται ἡ μία καὶ μοναδικὴ τράπεζα (γεῦμα - δεῖπνο) τῆς ἡμέρας.

            Κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ νηστεία εἶναι πολὺ αὐστηρά, ὅπως αὐτὴ τοῦ Μ. Σαββάτου, τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων ἢ τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων[3] (ἂν δὲν συμπέσουν ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου ἢ Κυριακῆς), ἡ θεία λειτουργία συνδέεται μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Εἶναι δὲ τόσο ὀργανικὸς αὐτὸς ὁ σύνδεσμος, ποὺ ἐκ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἀκολουθιῶν προέκυψε μία νέα σύνθετη, θὰ λέγαμε, ἀκολουθία, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει μὲ τὸν σύνδεσμο ὄρθρου καὶ θείας λειτουργίας. Ἐκεῖ ὁ σύνδεσμος εἶναι μόνον χρονικός, ἐνῷ κατὰ τὰ ἄλλα οἱ ἀκολουθίες διατηροῦν τὴν αὐτοτέλειά τους.

            Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἀπὸ τοὺς πρώτους σχεδὸν χριστιανικοὺς χρόνους ἡ ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς ἐτιμᾶτο διὰ μακρᾶς ὁλονυκτίου ἀκολουθίας. Αὐτὴ ἄρχιζε τὸ ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου καὶ τελείωνε κατὰ τὴν ἀλεκτρυοφωνίαν, ὄρθρου βαθέως δηλαδή. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὴν ἀρχαιότερη παννυχίδα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πρώτη ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἀγρυπνίας ἦταν φυσικὰ ὁ ἑσπερινὸς τοῦ Μ. Σαββάτου, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἀναγνωσμάτων τοῦ ὁποίου ἐβαπτίζοντο οἱ κατηχούμενοι, οἱ ὁποῖοι στὴν συνέχεια ἐλάμβαναν μέρος στὴν θ. λειτουργία καὶ κοινωνοῦσαν γιὰ πρώτη φορὰ τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο μέρος τῆς ὁλονυκτίου ἀκολουθίας. Ἡ πρώτη αὐτὴ θεία λειτουργία τελείωνε γύρω στὶς 9-10 τὸ βράδυ. Αὐτό, ὅπως καταλαβαίνετε, παρέτεινε καὶ τὴν εὐχαριστιακὴ νηστεία μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης. Ἡ ἀγρυπνία ἐν τῷ μεταξὺ συνεχιζόταν ἕως ὄρθρου βαθέως, ὅπως εἴπαμε, τελείωνε δὲ μὲ τὴν τέλεση καὶ ἄλλης θείας λειτουργίας.

            Βλέπουμε δηλαδὴ ὅτι ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια ἐπὶ τῇ ἁγίᾳ καὶ πανευσήμῳ ἑορτῇ τοῦ Πάσχα ἐτελοῦντο δύο θεῖες λειτουργίες.

            Καὶ τί νὰ ποῦμε τώρα γι’ αὐτό; Ὅτι ξεφεύγει ἀπὸ τὸν κανόνα; Ἀλήθεια εἶναι. Ὅμως ὁ κάθε κανὼν δὲν ἔχει καὶ τὶς ἐξαιρέσεις του; Καὶ δὲν εἶναι ὅλως ἐξαίρετος ἡ ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ὥστε νὰ δικαιοῦται τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς; Θέλησε ἐξ ἀρχῆς ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ τελεῖ ἕνα ἁπλὸν ἑσπερινὸ κατὰ τὴν πάντιμο αὐτὴν ἡμέρα, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἑσπερινὸς αὐτὸς θὰ ἦτο ὁ πανηγυρικώτερος ὅλων. Θέλησε νὰ τὸν συνδέσει μὲ τὴν θεία λειτουργία.

            Τὸ ἂν μετελάμβαναν καὶ στὶς δύο θεῖες λειτουργίες δὲν τὸ γνωρίζω. Γεννᾶ σίγουρα ἀπορίες αὐτό. Ἂν ἦσαν νήστεις ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς (ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἡμέρα τῆς πιὸ αὐστηρᾶς νηστείας), προκειμένου νὰ κοινωνήσουν τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου, μετὰ τὴν θεία κοινωνία τί θὰ ἔκαναν; Θὰ ἔτρωγαν καὶ θὰ συνέχιζαν φαγωμένοι τὴν ἱερὰ ἀγρυπνία; Μήπως κοινωνοῦσαν μόνον οἱ νεοφώτιστοι τότε, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει κυρίως αὐτοί, καὶ τὸ πρωῒ οἱ ἄλλοι; Δὲν γνωρίζουμε. Ἴσως ὅμως δὲν ἔχει καὶ τόσο μεγάλη σημασία.

            Διότι ὅλα αὐτὰ σὺν τῷ χρόνω ἄλλαξαν. Ἄλλαξαν γιὰ διαφόρους λόγους. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, προφανῶς ὁ κυριώτερος, εἶναι ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν. Ἔτσι, ἡ συνδεδεμένη μὲ τὸν ἑσπερινὸ θεία λειτουργία τελεῖται πλέον τὸ πρωῒ τοῦ Μ. Σαββάτου, συντεμνομένου τοιουτοτρόπως τοῦ μήκους τῆς νηστείας, ἐνῷ ἡ ὑπόλοιπη ἀκολουθία, συντετμημένη ἀσφαλῶς καὶ αὐτή, τελεῖται ἀπὸ τὶς 11 μ.μ. μέχρι τὶς 2 περίπου μετὰ τὰ μεσάνυχτα — σύμφωνα τοὐλάχιστον μὲ τὰ δεδομένα τῶν τελευταίων χρόνων, κατὰ τοὺς ὁποίους ὅλοι προσπαθοῦν νὰ συντάμουν τὸν χρόνο τῆς ἀκολουθίας, προκειμένου νὰ προσεκλύσουν καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τοὺς πιστούς[4].

*

            Συναπτῶς πρὸς τὸ ὡς ἄνω ἐρώτημα, συζητήθηκε καὶ τὸ κατὰ πόσον γενικῶς εἶναι σωστὸ νὰ τελοῦνται δύο θεῖες λειτουργίες τὴν ἴδια μέρα.

            Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω νὰ πῶ τὰ ἑξῆς.

            Γιὰ ποιμαντικοὺς λόγους, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουμε δηλαδὴ ποιμαντικὲς ἀνάγκες, πολλὰ γίνονται, τὰ ὁποῖα καὶ οἰκονομοῦν τὴν ἀκρίβεια. Ἡ οἰκονομία φυσικὰ εἶναι ὅρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς — ἄλλωστε ἡ ἴδια ἡ σωτηρία μας ἀποτέλεσμα τῆς θείας οἰκονομίας εἶναι. Τὸ ὅτι βέβαια πολλὲς φορὲς στὸ ὄνομα τῆς οἰκονομίας δὲν ἀφήνουμε τίποτε ὄρθιο μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα. Ἡ οἰκονομία ἐνίοτε καταντᾶ χρεωκοπία! Ἂς εἶναι. Ἡ Ποιμαντικὴ σίγουρα ἔχει λόγο μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸν πρῶτο. Μὴ ξεχνᾶτε ὅτι σὲ κάποιες χῶρες, ὅπου οἱ ἀποστάσεις εἶναι τεράστιες, ὅπου ὑπάρχουν μετρημένοι στὰ δάχτυλα ἱερεῖς, καὶ αὐτοὶ ποὺ ὑπάρχουν μετακινοῦνται ἀπὸ πόλη σὲ πόλη μὲ ἀεροπλάνο προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, συμβαίνει ἐνίοτε καὶ τὸ ἑξῆς ἀνατρεπτικὸ (ἔτσι τοὐλάχιστον λένε, ὅτι συμβαίνει). Ἕνας ἱερεὺς (ὁ αὐτὸς) τελεῖ δύο θεῖες λειτουργίες τὴν αὐτὴ ἡμέρα! Ἀσφαλῶς μεταλαμβάνει δύο φορές. Πηγαίνει στὴν μία πόλη νωρὶς καὶ τελεῖ τὴν θεία λειτουργία, τὰ μαζεύει καὶ τρέχει γρήγορα στὴν ἄλλη. Αὐτὸ ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογικῆς - λειτουργικῆς εἶναι παντελῶς ἀπαράδεκτο. Ἕλα ὅμως ποὺ ἡ ποιμαντικὴ ἀνάγκη τὸ κάνει παραδεκτὸ καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπιθυμητό. «Ἀνάγκᾳ δ’ οὐδὲ θεοὶ μάχονται», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι»· δηλαδὴ τὴν ἀνάγκη οὔτε οἱ θεοὶ οἱ ἴδιοι μποροῦν νὰ νικήσουν[5]. Ἐμεῖς βέβαια δὲν θὰ ποῦμε τὸ ἴδιο, καθ’ ὅτι δὲν πιστεύουμε πὼς ὑπάρχει δύναμις ἀνωτέρα τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα ἐκεῖνος ὑποτάσσεται, ὅπως πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι. Ὅμως ἡ Ποιμαντική, ὅπως προανέφερα, ἀποτελεῖ σίγουρα ρυθμιστικὸ παράγοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι. Ἀπώτερος σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία.

            Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι μπροστὰ σὲ αὐτὸ ποὺ ἀνέφερα ἤδη (τὴν τέλεση δύο θ. λειτουργιῶν ἀπὸ τὸν αὐτὸν ἱερέα) κάθε ἄλλο εἶδος τολμηρᾶς οἰκονομίας ὠχριᾶ. Φαίνεται πολὺ πιὸ «συντηρητικὸ» τὸ νὰ τελοῦνται δύο θεῖες λειτουργίες τὴν ἴδια ἡμέρα στὸν ἴδιο ναό, ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιο ἱερέα, ὄχι στὴν ἴδια ἁγία Τράπεζα, ἴσως ὄχι καὶ μὲ τὸ ἴδιο Εὐαγγέλιο (καὶ αὐτὸ τὸ ἔχω ἀκούσει). Ὅλα αὐτὰ γίνονται. Γνωρίζω ὅτι γίνονται (τοὐλάχιστον γινόταν) σὲ ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ. Τελεῖται μία θεία λειτουργία τὸ πρωῒ κανονικὰ καὶ μία μετὰ τὸ πέρας τῆς πρώτης — γιὰ τοὺς νέους ποὺ ἔχουν ξενυχτήσει; γιὰ τοὺς ἐργαζομένους; δὲν ξέρω. Τελοῦνται ἐπίσης δύο θ. λειτουργίες κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτὲς (Χριστουγέννων, Πάσχα), ἡ μία πολὺ πρωῒ (γιὰ τοὺς ἐργαζομένους) καὶ ἡ ἄλλη στὴν κανονική της ὥρα. Αὐτὰ συμβαίνουν καὶ ὅλοι τὸ γνωρίζουμε. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα. Ποῦ κινοῦνται ὅλα αὐτά; Στὴν σφαῖρα τῆς οἰκονομίας ἢ σ’ ἐκείνη τῆς χρεωκοπίας; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι εὔκολη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἴδια γιὰ κάθε περίπτωση.

            Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως ξέρετε ποιὸ εἶναι; Τὸ νὰ γνωρίζει κανεὶς τὴν ἀκρίβεια, ὅταν ἐφαρμόζει τὴν οἰκονομία. Ἐὰν δὲν γνωρίζει τὴν ἀκρίβεια, τότε σίγουρα θὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ τὴν οἰκονομία στὴν χρεωκοπία.

            Καὶ ποιὰ εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ ἀκρίβεια; Εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁρίζει ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ἡ θεία εὐχαριστία ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, εἰκόνα δηλαδὴ τῶν ἐσχάτων, εἰκόνα τῆς συνάξεως τοῦ σύμπαντος κόσμου περὶ τὸν Χριστόν. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν προοπτική, ἡ ἐνορία γίνεται εἰκόνα τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὁ δὲν λειτουργὸς εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, πέριξ τοῦ ὁποίου πραγματοποεῖται ἡ σύναξις τοῦ διασκορπισμένου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ σύναξις εἶναι Βασιλεία. Ἡ διαίρεσις εἶναι Κόλασις. Ἡ ἁμαρτία αὐτὸ ἀκριβῶς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, τὴν διαίρεση, τὸν χωρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Θεὸς πάντας καλεῖ εἰς ἑνότητα. Ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ κλῆσις εἰς ἑνότητα καὶ ἡ πραγμάτωσή της. Ὅταν τελοῦμε δύο θεῖες λειτουργίες τὴν ἴδια ἡμέρα, διασποῦμε (διαιροῦμε) τὸ ποίμνιο, τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Σκεφθεῖτε κάτι πιὸ ἀκραῖο. Τελοῦμε ἄλλη θ. λειτουργία γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ ἄλλη γιὰ τοὺς ἀθιγγάνους· ἄλλη γιὰ τοὺς λευκοὺς καὶ ἄλλη γιὰ τοὺς μαύρους· ἄλλη γιὰ τοὺς μορφωμένους καὶ ἄλλη γιὰ τοὺς ἀγραμμάτους· ἄλλη γιὰ τὶς γυναῖκες καὶ ἄλλη γιὰ τοὺς ἄνδρες κ.ο.κ. Τί κάνουμε τότε; Μετατρέπουμε τὴν εἰκόνα τῆς Βασιλείας σὲ εἰκόνα τῆς Κολάσεως! Δὲν λέω ὅτι γίνεται κάτι τέτοιο, μὴ παρεξηγηθῶ. Ἁπλῶς ἐπισημαίνω τοὺς ὅρους τῆς ὀρθοδόξου ἐκλησιολογίας. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς αὐτοί. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ πρέπει νὰ τελοῦνται δύο θεῖες λειτουργίες. Πέραν τοῦ ὅτι εἶναι καὶ ἄχαρο, βρὲ παιδί μου! Ὁ ἕνας παππᾶς τὸ πρωΐ, ὁ ἄλλος ἀργότερα. Ὁ ἕνας ψάλτης στὴν πρωϊνή, ὁ ἄλλος στὴν ἑπομένη. Οἱ μισοὶ πιστοὶ νὰ φεύγουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μὲ ἀσπασμούς, εὐχὲς καὶ τὰ χρόνια πολλά, οἱ ἄλλοι νὰ ἔρχονται. Ἀταξία, σύγχυσις, διαίρεσις. Δὲν ξέρω (στ’ ἀλήθεια δὲν ξέρω) ἂν ἀξίζει αὐτὴ ἡ οἰκονομία.

            Ὅσο γιὰ τὸ τραπεζάκι μπροστὰ στὴν ἁγ. Τράπεζα (ἀντὶ ἄλλης ἁγ. Τραπέζης) ἢ τὸ διαφορετικὸ Εὐαγγέλιο κ.λπ., ἢ τὸ ὅτι ἡ μία λειτουργία τελεῖται μετὰ τὶς 12 τὸ βράδυ καὶ τὰ ὅμοια, μετὰ ἀπὸ τὰ ὅσα εἴπαμε καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι δὲν ἔχουν καὶ τόσο μεγάλη σημασία. Δὲν ἀλλάζει κάτι μ’ αὐτά. Εἶναι σὰν μιὰ παρηγοριὰ στὸν ἄρρωστο, θὰ λέγαμε. Σίγουρα κινοῦνται στὴν σφαῖρα τῆς εὐλαβείας, ὄχι ὅμως τῆς ἀκραιφνοῦς θεολογίας, ἔτσι ὅπως αὐτὴ κατεγράφη παραπάνω.

            Προσωπικά, εὔχομαι νὰ μὴ βρεθῶ ποτὲ στὴν ἀνάγκη νὰ τὰ κάνω αὐτά. Εἶναι καταστάσεις ποὺ κινοῦνται στὸ κόκκινο, μεταξὺ οἰκονομίας καὶ χρεωκοπίας. Πάλι ὅμως θὰ πῶ ὅτι δὲν εἶναι ὅλες οἱ περιπτώσεις ἴδιες, οἱ δὲ ποιμαντικὲς ἀνάγκες εἶναι πολλὲς φορὲς ἀδήριτες.

            Θὰ τελειώσω μὲ ἕνα θαυμάσιο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα «Ὁ Καλόγερος» τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξε μόνον κορυφαῖος λογοτέχνης, ἀλλὰ καὶ ἀκριβὴς θεολόγος.

            Στὴν ἐποχή του οἱ ἐπίτροποι τῶν ναῶν, ποὺ διορίζονταν στὶς θέσεις αὐτὲς ἀπὸ κενοδοξία καὶ ματαιότητα οἱ περισσότεροι, βάζοντας μάλιστα καὶ πολιτικὰ μέσα πρὸς τοῦτο, «ἐδέσποζον τῶν ἱερέων, τῶν ψαλτῶν καὶ τοῦ νεωκόρου», ἔκαναν δηλαδή, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι ἁπλά, αὐτοὶ κουμᾶντο. «Οἱ ἐπίτροποι», συνεχίζει ὁ Παπαδιαμάντης, «ἔβγαλαν ἐσχάτως τὴν μόδαν νὰ τελῶνται δύο λειτουργίαι, ἀ λὰ φράγκα (ὅπως δηλαδὴ στὴν Φραγκία· ὅπως ἔκαναν οἱ Φράγκοι), καὶ εἰς τὰς μικροτέρας ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν, ὡς νὰ ἦσαν αἱ λειτουργίαι φουρνιὲς ἢ βαρκαδιὲς (οἴκτειρον, Κύριε!)».



[1] Αὐτὰ βέβαια δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνονται μὲ σχολαστικὸ τρόπο (μὲ τὸ ρολόϊ στὸ χέρι), ἀλλὰ ὑπὸ τὴν φαεινὴ ὀπτικὴ τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
[2] Σὲ κάποιες ἱερὲς μονές, ὅπως ἐπίσης καὶ στὶς σλαβικὲς ἐκκλησίες, ἡ θεία λειτουργία τελεῖται μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῆς Α΄ καὶ Ϛ΄ ὥρας — παλαιότερα γινόταν καὶ στὶς ἐνορίες αὐτό. Πολλὲς φορὲς μετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γίνεται διακοπὴ 1-2 ὡρῶν.
[3] Ἡ λέξη γράφεται κανονικὰ μὲ -ι- (περισσότερα μπορεῖτε νὰ διαβάσετε πατῶντας ἐδῶ).
[4] Καὶ ἐδῶ βέβαια παρατηροῦνται ὑπερβολές, ποὺ ἐνίοτε ἐγγίζουν τὰ ὅρια τῆς διακωμωδήσεως τῶν τελουμένων.
[5] Ἀπὸ ἐδῶ βγῆκε καὶ τὸ γνωστὸ «Ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται».

"Ἀρχὴ καὶ τέλος σὲ ὅλα τὰ πράγματα νὰ βάζεις τὸν Θεό."

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

x
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Τὰ κείμενα ποὺ φιλοξενοῦνται στὴν ἱστοσελίδα μας, ὡς πρὸς τὸ ἰδιαίτερο περιεχόμενο καὶ τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικά τους ἀπηχοῦν ἰδέες, σκέψεις, θέσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν συντακτῶν καὶ συγγραφέων τους. Ἀρχή μας ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερία διατυπώσεως προσωπικῆς γνώμης, ἐπιλογῆς ὕφους, γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἢ συστήματος γραφῆς, ἤτοι τοῦ μονοτονικοῦ λεγομένου ἢ τοῦ πολυτονικοῦ — ἐμεῖς «φανατικὰ» καὶ ἀμετανόητα ἀκολουθοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ προκρίνουμε, αὐτὸ προτείνουμε, αὐτὸ προτιμοῦμε· καὶ θὰ θέλαμε, εἶναι ἀλήθεια, ὅλα τὰ κείμενα νὰ δημοσιεύαμε στὸ πολυτονικό, ὥστε, ὅπως καὶ κάποιοι λένε, νὰ μὴ προκαλεῖται «ὀπτικὴ μόλυνση στὸν ἱστοχῶρο μας» ἀπὸ τὴν ἀκρωτηριασμένη γραφή. Κάτι τέτοιο ὅμως ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ γνώσεις, ποὺ ὅλοι δὲν ἔχουν. Μακάρι νὰ βρεθοῦν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ πρόθυμα νὰ βοηθήσουν στὴν προσπάθεια αὐτή.

√ Ἐξυπακούεται ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν συνάδουν πρὸς τὸ διῆκον πνεῦμα τῆς ἱστοσελίδος.

ΕΚ ΤΟΥ Ι. ΝΑΟΥ